Στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού NEW WORKER TIMES, γράψαμε για τους λόγους που ο συνδικαλισμός έχει απαξιωθεί και υποταχθεί στο κράτος και το κεφάλαιο. Η ανάλυση του νομικού οπλοστασίου που έχουν επιβάλει τα αφεντικά τα τελευταία χρόνια είναι καθοριστική για να κατανοήσουμε πώς μετασχηματίζεται ο θεσμός του συνδικάτου.
Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ειδικά στο πλαίσιο της συζήτησης για το αν έχει νόημα σήμερα να καταφεύγουμε στις παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές αγώνα. Με τον όρο «παραδοσιακός συνδικαλισμός» εννοούμε το μοντέλο μαζικής και θεσμικής εργατικής εκπροσώπησης, οργανωμένης κυρίως ανά κλάδο ή επάγγελμα, που κυριάρχησε τον προηγούμενο αιώνα.
Σε αυτές τις σελίδες παραθέτουμε την συνέχεια της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε μέσα στην συλλογικότητα ΚΤΑ, όπου εξετάζουμε την αξία της θεσμικής εργατικής εκπροσώπησης σήμερα, καθώς και τις δυνατότητες και τα όρια των σωματείων.

_αναδιάρθρωση
Μέχρι πριν τα μνημόνια και την επιβολή μέτρων έκτακτης ανάγκης από το ελληνικό κράτος, τα συνδικάτα μπορούσαν να αξιοποιούν την εργατική νομοθεσία που είχαν κερδίσει οι εργατικοί αγώνες των τελευταίων σαράντα χρόνων και να διεκδικούν διάφορα πράγματα που βελτίωναν τις συνθήκες και τους όρους εργασίας των εργαζομένων. Η δραστική εμπλοκή του κράτους στην “αγορά εργασίας”, με τον βασικό μισθό να καθορίζεται μονομερώς από την κάθε κυβέρνηση και την ουσιαστική κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, υπονόμευσε τον ρόλο των συνδικάτων στη διαμόρφωση των όρων εργασίας.
α) Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ)
Η συλλογική Σύμβαση Εργασίας είναι η έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών που καθορίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δύο μερών. Ρυθμίζουν τον ημερήσιο, και εβδομαδιαίο εργάσιμο χρόνο, που είναι το σημείο αναφοράς των μισθών μας. Ρυθμίζουν το ύψος του μισθού/ μεροκάματου κατά τρόπο συλλογικό ώστε η εργοδοτική πλευρά να μην μπορεί να την καθορίζει όπως αυτή θέλει.
Πριν τα μνημόνια, οι εργοδότες με τις ενώσεις τους ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν τις κλαδικές συμβάσεις που είχαν υπογράψει με τα συνδικάτα (αρχή της επεκτασιμότητας). Αν, για παράδειγμα, μια κλαδική σύμβαση όριζε κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ, καμία επιχείρηση του κλάδου δεν μπορούσε να δίνει λιγότερα, ακόμα κι αν δεν είχε συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις. Παράλληλα, ίσχυε και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης: οι εργαζόμενοι μπορούσαν να κάνουν χρήση των καλύτερων όρων που υπήρχαν, ανεξάρτητα από το αν αυτοί προέκυπταν από κλαδική ή επιχειρησιακή σύμβαση. Έτσι, κανένας εργοδότης δεν μπορούσε να χειροτερεύει τους όρους μιας κλαδικής σύμβασης μέσω μιας λιγότερο ευνοικής επιχειρησιακής.
Με το νόμο 4024/2011, στα πλαίσια του μνημονιακού προγράμματος, ανατράπηκαν και οι δύο βασικές αρχές: οι επιχειρησιακές ΣΣΕ υπερίσχυαν των κλαδικών, ακόμα κι αν ήταν χειρότερες, ενώ η επεκτασιμότητα καταργήθηκε. Οι εργοδότες έσπευσαν να στήσουν εργοδοτικά σωματεία–σφραγίδες, ώστε να υπογράφουν συμβάσεις πολύ κατώτερες από τις κλαδικές. Σε ελάχιστο χρόνο, το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δικαίου ακυρώθηκε, ενώ η συλλογική προστασία αντικαταστάθηκε από ατομικές συμφωνίες.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με το νόμο 4472/2017 επανέφερε τυπικά την επεκτασιμότητα και την ευνοϊκότερη ρύθμιση, οι οποίες όμως εφαρμόστηκαν μόνο περιορισμένα και για μικρό χρονικό διάστημα στην πράξη. Μέχρι και σήμερα, η πλειοψηφία των συμβάσεων είναι επιχειρησιακές, οι κλαδικές σπάνια κηρύσσονται υποχρεωτικές, και οι «ευνοϊκότερες» ρυθμίσεις λειτουργούν περισσότερο σαν διακοσμητική εγγύηση παρά σαν ουσιαστική προστασία.
Μετά από μια δεκαετία βίαιης «εσωτερικής υποτίμησης», που επέφεραν τα μνημόνια, με συμπίεση των μισθών και υπονόμευση των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, οι εγχώριοι καπιταλιστές και οι ενώσεις τους θα μπορούσαν να δεχτούν μια συνθήκη όπου οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις υπερισχύουν έναντι των επιχειρησιακών ή ατομικών και στην πράξη την δέχτηκαν με την ψήφιση των Νόμων 4808/21 & 5053/23. Αυτοί ο νόμοι, που εισήχθησαν από τους τότε Υπουργούς Εργασίας Χατζηδάκη και Γεωργιάδη, επεκτείνουν σημαντικά τα περιθώρια ευελιξίας για τους εργοδότες. Εισάγουν ρυθμίσεις που διευκολύνουν τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και την εφαρμογή μορφών “ευέλικτης” απασχόλησης. Παράλληλα, φέρνουν αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο δυσχεραίνοντας τις απεργίες: Οι διαδικασίες για την κήρυξη απεργίας υπάγονται πλέον σε αυστηρό κρατικό έλεγχο, με επεκταμένη εφαρμογή της πλειοψηφίας των μελών και ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Η απεργοσπασία προστατεύεται και οι ενέργειες της εργατικής περιφρούρησης ποινικοποιούνται. Προβλέπεται υποχρεωτικό προσωπικό ασφαλείας ώστε η παραγωγή να μην σταματά σε κρίσιμους κλάδους για το κεφάλαιο. Τα σωματεία/εργοδοτικές ενώσεις πρέπει να εγγράφονται στα ηλεκτρονικά μητρώα ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. (Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων) & ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε. (Γενικό Μητρώο Οργανώσεων Εργοδοτών).
Όποιο σωματείο ή εργοδοτική ένωση δεν εγγραφεί στο μητρώο, δεν μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασίες συλλογικής διαπραγμάτευσης. Επιπλέον, για να καταστεί μια κλαδική σύμβαση υποχρεωτική και για τα μη μέλη της εργοδοτικής ένωσης, πρέπει οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν να απασχολούν μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος.
Στην πράξη, είναι τα αφεντικά που σαμποτάρουν τόσα χρόνια την επέκταση των ΣΣΕ με κάθε τρόπο. Πολλές εργοδοτικές ενώσεις αποφεύγουν να καταθέσουν τα μητρώα μελών ή κρατούν τεχνητά χαμηλή την αντιπροσωπευτικότητά τους, ώστε να μην προχωρήσουν σε συλλογικές διαπραγματεύσεις με εργατικά συνδικάτα. Η άρνησή τους να εγγραφούν στο ΓΕ.ΜΗ.Ο.Ε. είναι επίσης μια συνειδητή επιλογή, αφού ξέρουν πως το κράτος εξυπηρετεί μια χαρά τα συμφέροντά τους.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, το κράτος ενθαρρύνει τις εργοδοτικές ενώσεις να ενταχθούν στα μητρώα και να συμμορφωθούν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα1, ενισχύοντας τον κρατικό πατερναλισμό και τον θεσμικό έλεγχο, ενώ περιορίζει τον αθέμιτο ανταγωνισμό υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Η πρόσφατη υπογραφή της λεγόμενης “κοινωνικής συμμαχίας”2 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής.
Από την άλλη, τα σωματεία σήμερα δεν διαθέτουν τη δυναμική που είχαν παλαιότερα, ώστε να ασκήσουν πίεση για την έναρξη μιας διαπραγμάτευσης, πόσο μάλλον να επιβάλουν στην πράξη τις συλλογικές συμβάσεις στους χώρους εργασίας.
—-
- Τον Δεκέμβριο του 2024 ψηφίστηκε ο νόμος 5163 για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς στην ΕΕ» στο εθνικό Δίκαιο, η οποία στο άρθρο 4 προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη στα οποία η κάλυψη από συλλογικές διαπραγματεύσεις υπολείπεται του 80% των εργαζομένων, όπως η Ελλάδα, οφείλουν να θεσπίσουν πλαίσιο με τους αναγκαίους και πρόσφορους όρους για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, καθώς και να εκπονήσουν σχέδιο δράσης για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
- Η «Κοινωνική Συμφωνία» για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας υπογράφηκε στις 26 Νοεμβρίου 2025 μεταξύ της Κυβέρνησης και όλων των κοινωνικών εταίρων (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ), μετά από περίπου επτά μήνες τριμερούς διαβούλευσης.
β) Καθορισμός κατώτατου μισθού
Πριν το 2012, ο κατώτατος μισθός ήταν προϊόν των διαπραγματεύσεων μεταξύ αφεντικών και συνδικάτων. Συγκεκριμένα, οριζόταν με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), η οποία υπογραφόταν μεταξύ: της ΓΣΕΕ (εκπροσώπηση εργαζομένων) και των εργοδοτικών οργανώσεων (ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ κ.λπ.).
Μέτα το 2012 το κράτος εγκαταλείπει την υποτιθέμενη “θέση ουδετερότητας” στο πλάι των περιβόητων “κοινωνικών εταίρων” (μια θέση που διαμορφώθηκε στο μοντέλο του “κράτους πρόνοιας”) και εμφανίζεται σαν καθαρό εργαλείο της τάξης των αφεντικών, δουλεύοντας για λογαριασμό τους και μόνο. Ο κατώτατος μισθός έγινε πλέον νομοθετικά καθοριζόμενος από το κράτος, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν εισήγησης του Υπουργού Εργασίας. Το τελικό κριτήριο είναι η “ανταγωνιστικότητα της οικονομίας” και οι “προοπτικές ανάπτυξης”, δηλαδή η πορεία του ΑΕΠ, η παραγωγικότητα, η ανεργία, ο πληθωρισμός κλπ.
Ο πρόσφατα ψηφισμένος νόμος Κεραμέως (5163/2024) προβλέπει ότι μετά το 2028 ο κατώτατος μισθός θα είναι ενιαίος σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και θα καθορίζεται αυτόματα, μέσω μαθηματικού τύπου που λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό και την παραγωγικότητα. Ωστόσο, η εφαρμογή του μπορεί να υπόκειται σε “δημοσιονομικές δυνατότητες” και στις εκάστοτε προτεραιότητες του κράτους, κάτι που, σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας, καθορίζει σαφώς ποιο θα είναι το πραγματικό περιθώριο για αυξήσεις.
_εμπόδια
O μετασχηματισμός του τυπικού συντάγματος των εργασιακών σχέσεων, οδήγησε τα συνδικάτα να χάσουν τον βασικό τους ρόλο, χωρίς όμως να εκλείψουν οι υπόλοιπες λειτουργίες τους γύρω από την προστασία (όπως η θεσμική εκπροσώπηση σε επιθεώρηση εργασίας, δικαστήρια κ.ά.). Στη νέα εποχή αποκτούν πολύ περισσότερο βάρος οι πραγματικοί συσχετισμοί δύναμης για την επιβολή του εργατικού δικαίου: όπου υπάρχει συλλογικό μάχιμο εργατικό υποκείμενο, τα αφεντικά δεν καταφέρνουν να παραβούν το εργατικό δίκαιο. Όπου τα σωματεία αποτελούν σφραγίδες, ή η οργάνωση τους είναι αδύναμη, το εργατικό δίκαιο πάει περίπατο.
Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα έντιμου συνδικαλισμού που να είναι σε θέση να ανατρέψουν τα σημερινά δεδομένα; Ισχυριζόμαστε ότι η πλειοψηφία των συνδικάτων σήμερα είναι γραφειοκρατικοποιημένα ή/και κομματικοποιημένα, με βασικό σκοπό να καταφέρνουν, μέσω διαπραγματεύσεων, να διατηρούν κάποια στοιχειώδη κεκτημένα, ώστε να συνεχίσουν να εμφανίζονται αξιόπιστα στα μάτια των εργατ(ρι)ών και άρα να εξακολουθούν να απολαμβάνουν τον ρόλο τους.
Τα σωματεία που επιδιώκουν να οικοδομήσουν νέα παραδείγματα οργάνωσης και αγώνα έχουν μπροστά τους ένα σύνθετο πλέγμα εμποδίων που καλούνται να υπερβούν.
1) Oι νέοι νόμοι στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω θέτουν σοβαρά εμπόδια στην εκδήλωση διαμαρτυρίας (κήρυξη απεργιών, στάσεις εργασίας) εντός εργασιακών χώρων. Η γύμνια των γραφειοκρατικών συνδικάτων έχει αποκαλυφθεί τώρα που πρέπει να λειτουργήσουν κάτω από τα αυστηρά πλαίσια (για την κήρυξη μια απεργίας απαιτείται το 50%+1 με ηλεκτρονική ψηφοφορία και όχι με αποφάσεις των Δ.Σ.). Από την άλλη, τα σωματεία που έχουν επιλέξει να λειτουργούν με οριζόντιες διαδικασίες χρειάζεται να δουλέψουν πολύ για να εξασφαλίσουν συμμετοχικές διαδικασίες και να αποδείξουν ότι δεν λειτουργούν με την λογική της ανάθεσης.
2) Οι ευέλικτες μορφές εργασίας γίνονται όλο και πιο διαδεδομένες σε σχέση με την πλήρους ωραρίου απασχόληση, δημιουργώντας συνθήκες συνεχούς ανασφάλειας, δυσκολεύοντας την συγκρότηση σταθερών μορφών πάλης σε έναν χώρο εργασίας. Οι νέες εργατικές φιγούρες δεν εκπροσωπούνται εύκολα από τις παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές. Στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, πολλοί από τους παραδοσιακούς κλάδους του συνδικαλιστικού κινήματος έκλεισαν και αντικαταστάθηκαν από εκείνους που ιστορικά ήταν λιγότερο οργανωμένοι, όπως το λιανικό εμπόριο, ευρύτερα ο τομέας των υπηρεσιών. Αυτή η νέα πραγματικότητα υπονομεύει την σχέση εκπροσώπησης/ανάθεσης των σωματείων, καθώς η δημιουργία συνδικαλιστικών κλάδων με σταθερά μέλη γίνεται πολύ πιο δύσκολη.
3) Η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι μικρές και μεσαίες (οικογενειακές και μη), με ελάχιστους εργαζόμενους πράγμα που κάνει την οργάνωση απεργίας σχεδόν ουτοπική υπόθεση. Ακόμα και σε πολλές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, όπου θα μπορούσε να συγκροτηθεί κάτι, συχνά δεν υπάρχουν πρωτοβάθμια σωματεία. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε τα πολυάριθμα πλέον πρωτοβάθμια σωματεία που λειτουργούν με καθαρά εργοδοτικό χαρακτήρα. Αυτό καθιστά την αυτόνομη οργάνωση στους χώρους δουλειάς ακόμα πιο δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα και ακόμα πιο επιτακτική.
_στρατηγική
Στο φως αυτών των πραγματικοτήτων το ερώτημα είναι τι κάνουμε στην πράξη, δηλαδή στις δουλειές μας για να παλέψουμε για τα δικαιώματα μας; Οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που κάνει έναν αγώνα να ασκεί πραγματική πίεση και κάνει πιο αποτελεσματικές τις διεκδικήσεις μας.
Πρέπει να καλέσουμε τους εργαζόμενους να οργανωθούν στο συνδικάτο τους ανεξάρτητα από όλες τις προβληματικές του; Μπαίνουμε σε διαδικασίες να ανακαταλάβουμε τα συνδικάτα ή προσπαθούμε να συγκροτήσουμε νέα σωματεία βάσης; Δημιουργούμε εργατικά συμβούλια / αυτόνομες επιτροπές χωρίς να αναζητούμε απαραίτητα θεσμική κάλυψη, βασισμένα στη δική μας δύναμη; Πρέπει η παρέμβασή μας να έχει αποκλειστικά κλαδικό χαρακτήρα, ή χρειάζεται να έχει ευρύτερα ταξικά και κοινωνικά περιεχόμενα;
Είναι φανερό ότι τέτοια ερωτήματα δεν επιδέχονται εύκολων απαντήσεων και κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται χωριστά.
Καμία μορφή οργάνωσης δεν αποτελεί πανάκεια. Ακόμη και σήμερα το συνδικάτο, παρά την απαξίωση του ως μορφή, παραμένει ένα χρήσιμο εργαλείο, προσφέροντας στοιχειώδη προστασία απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Ένα πρωτοβάθμιο σωματείο, εφόσον δεν έχει περάσει με την πλευρά του κράτους και των αφεντικών, μπορεί να λειτουργήσει σαν ομπρέλα σε διάφορες περιπτώσεις: στην επιθεώρηση εργασίας, στον ΕΦΚΑ ή και στα δικαστήρια. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοούμε τα σημερινά του όρια και δυνατότητες. Η ήττα των συνδικάτων στο πεδίο των καθημερινών, πραγματικών συσχετισμών δύναμης σημαίνει πως ο παραδοσιακός τους ρόλος (ο ρόλος του διαμεσολαβητή στις ταξικές σχέσεις εξουσίας) έχει υποβαθμιστεί σε απλό κομπάρσο.
Εδώ είναι που, πάνω στις αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες της παραδοσιακής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης της τάξης, είμαστε αναγκασμένοι να δημιουργήσουμε νέα εγχειρήματα που η δράση τους θα πραγματοποιείται με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτούς και κοινωνικά γειωμένους όρους. Τέτοιες διαδικασίες μπορεί να είναι σωματεία βάσης που λειτουργούν έξω από τα τυπικά θεσμικά πλαίσια και πάνε κόντρα στη λογική της ανάθεσης, ή εργατικές συλλογικότητες σε επίπεδο γειτονιάς, που συγκροτούνται έξω από τον εργασιακό χωροχρόνο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε χρήσιμα παραδείγματα αγώνα, όπως οι “Νομάδες”: μια συνέλευση εργαζομένων από διαφορετικούς κλάδους και ειδικότητες, συγκροτημένη σε επίπεδο γειτονιών, στα βορειοανατολικά προάστια της Αθήνας την περίοδο 2016–2022. Μια άλλη προσπάθεια, που όμως δεν προχώρησε ιδιαίτερα, ήταν οι εργατικές λέσχες από το 2010 και μετά. Επιπλέον, οι συνελεύσεις γειτονιών την περίοδο των πλατειών αποτέλεσαν νέες μορφές ταξικής ανασύνθεσης. Όλες αυτές οι διαδικασίες ενεπλάκησαν σε αγώνες, συχνά σε συνεργασία με πρωτοβάθμια σωματεία, για την ανάκληση απολύσεων και την διεκδίκηση δεδουλευμένων, ικανοποιώντας έτσι έμπρακτα ανάγκες εργαζομένων/ανέργων. Την ίδια ώρα η πλειοψηφία των συνδικαλιστικών οργανώσεων περιορίζονταν σε αφηρημένες πολιτικές καμπάνιες ξερά καταγγελτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα (διαγραφή του χρέους, έξοδος από την Ευρωπαική Ένωση κλπ.), αδυνατώντας να εδαφικοποιήσουν τις διεκδικήσεις τους και να παρέμβουν ουσιαστικά στους χώρους εργασίας.
Τέτοια εγχειρήματα έχουν σίγουρα νομικούς περιορισμούς στη δράση τους. Για παράδειγμα, δεν είναι σε θέση να καλέσουν νόμιμη απεργία και να μπλοκάρουν την παραγωγή. Μπορούν όμως να οργανώσουν διαδηλώσεις γύρω από τα ίδια ζητήματα εκτός ωραρίου εργασίας. Μπορούν να σταματήσουν την κυκλοφορία εμπορευμάτων με μπλόκα στους δρόμους, όπως έκανε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στη Γαλλία. Μπορούν να δώσουν διέξοδο στην ανάγκη εκδήλωσης και ανάπτυξης της διαμαρτυρίας, κάτι που σήμερα μέσα στους εργασιακούς χώρους φαντάζει ουτοπία. Μια εργατική τάξη που δεν διαθέτει σήμερα κοινή ταυτότητα, που είναι επισφαλής και κατακερματισμένη, μπορεί μέσα από αυτές τις πολιτικές διαδικασίες να ξαναβρεί τρόπους συλλογικής έκφρασης και οργάνωσης. Η αλληλεπίδραση διαδικασιών βάσης σε εργασιακούς χώρους και γειτονιές μπορεί να συνδέσει πολλαπλά ταξικά υποκείμενα και εμπειρίες, να μας απεγκλωβίσει από τα αδιέξοδα στα οποία βρισκόμαστε, να προωθήσει νέα εργαλεία κατανόησης και δράσης γύρω από την ταξική πάλη – διευρύνοντας τις μορφές αντίστασης.
Εδώ θέλουμε να επισημάνουμε και κάτι ακόμα. Η εργασία στον τριτογενή τομέα έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σε σχέση με τον δευτερογενή και τον πρωτογενή τομέα: αφορά τη σχέση αγώνα που μπορεί να αναπτύξει η εργαζόμενη και ο εργαζόμενος με τον «καταναλωτή» και την «καταναλώτρια» της υπηρεσίας. Δεν μιλάμε απλά στη βάση μιας σχετικά αφηρημένης αλληλεγγύης, αλλά βασισμένης σε κοινά αιτήματα. Παραδείγματα όπως αυτά που μας έδωσε το ανταγωνιστικό κίνημα στην Ιταλία τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη. Τότε, οι αυτόνομες συνελεύσεις των εργοστασίων δεν περιορίζονταν μόνο στους χώρους δουλειάς και στις συγκρούσεις μέσα σε αυτούς. Έβγαιναν και στις γειτονιές όπου ζούσαν οι εργάτ(ρι)ες, διεκδικώντας αιτήματα που αφορούσαν την καθημερινή τους ζωή – όπως η ακρίβεια του ηλεκτρικού ρεύματος ή το κόστος των εισιτηρίων στις συγκοινωνίες. Σήμερα πρέπει να υπάρξουν αντίστοιχα παραδείγματα. Η συνέλευση χρηστ(ρι)ών και υγειονομικών της Τοπικής Μονάδας Υγείας (Το.Μ.Υ) Κεραμεικού είναι μια τέτοια περίπτωση που χρήζει υποστήριξης και κυκλοφορίας, καθώς έχει αποτελέσει κοινότητα αγώνα πολλαπλών υποκειμενικοτήτων με νικηφόρους αγώνες.

Το εγχώριο συνδικαλιστικό κίνημα, που αναπτύχθηκε γύρω από τον «πυρήνα» της μόνιμης και σταθερής απασχόλησης, αδυνατεί να εκπροσωπήσει και να παρέμβει στις νέες, επισφαλείς μορφές εργασίας που πλήττουν κυρίως τη νεολαία, τους μετανάστες και τις γυναίκες.
Η ποσοτική παρουσία των γυναικών στα συνδικάτα δεν αντιστοιχεί στη τουλάχιστον ποσοτικά επιταχυνόμενη θέση που κατέχουν στην απασχόληση. Ο διαχρονικά ανδροκρατούμενος χαρακτήρας των σωματείων αντανακλά ανδρικές εμπειρίες και προτεραιότητες και αποτελεί εμπόδιο για την ένταξη και έκφραση των γυναικών και των θυληκοτήτων γενικότερα, μέσα σε αυτά. Στους χώρους εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται καθημερινά φαινόμενα διακρίσεων και σεξισμού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κλάδο του τουρισμού–επισιτισμού, όπως και παραβιαστικές συμπεριφορές. Ακόμα και σήμερα τα συνδικάτα δεν αποτελούν απαραίτητα ασφαλείς χώρους για την επικοινωνία τέτοιων ζητημάτων.
Η χαμηλή εκπροσώπηση των μεταναστ(ρι)ών στα συνδικάτα σχετίζεται τόσο με τη φύση της εργασίας τους όσο και με τις ίδιες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Οι περισσότεροι/ες μετανάστ(ρι)ες δουλεύουν με μόνιμη ανασφάλεια για τα χαρτιά τους και σε πολύ επισφαλείς δουλειές. Σε αυτά προστίθενται τα γλωσσικά εμπόδια, που κάνουν ακόμη πιο δύσκολη τη σύνδεσή τους με τα σωματεία. Για δεκαετίες, η αορατοποίηση και η άγρια εκμετάλλευση της “ξένης” εργατικής δύναμης από τα ντόπια αφεντικά ενισχύθηκαν και από τη συνενοχή ενός συντεχνιακού/λομπίστικου συνδικαλισμού. Τα συνδικάτα αποφεύγουν να τοποθετηθούν για ζητήματα «μαύρης» και μη συμβασιοποιημένης εργασίας, ενώ οι ανάγκες της πολυεθνικής εργατικής τάξης παραμένουν πολλές φορές εκτός της πολιτικής συζήτησης και διεκδικητικής ατζέντας.
_καταλήγοντας
Είναι φανερό ότι υπάρχει γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην αλλοτρίωση και την υποτίμηση της εργασίας, η οποία εκφράζεται με ποικίλους τρόπους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μαζικές παραιτήσεις εργαζομένων των τελευταίων χρόνων, που στην ελληνική περίπτωση περιγράφονται ως «έλλειψη χιλιάδων εργατικών χεριών» σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η εστίαση και η αγροτική παραγωγή. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί ανοιχτή εκδήλωση της δυσαρέσκειας για τις συνθήκες εργασίας και συνιστά μια σύγχρονη μορφή άρνησης εργασίας. Το στοίχημα που τίθεται είναι η μετάβαση από τις μεμονωμένες αρνήσεις σε μια συλλογική προοπτική αντιπαράθεσης.
Εμείς που μιλάμε από την πλευρά του αυτόνομου ταξικού συνδικαλισμού οφείλουμε να δρούμε κυρίως μέσα στην τάξη μας και όχι από πάνω της. Θέλουμε να είμαστε κομμάτι μιας αποφασισμένης και αδιάλλακτης εργατικής τάξης, που δεν αναθέτει τον αγώνα σε τρίτους, απομονώνει τους συνδικαλιστικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και πολεμάει κάθε μορφή εξουσίας που επιβάλει την ειρήνη στους χώρους εργασίας.
Υποστηρίζουμε ότι στη σημερινή ιστορική περίοδο, όπου το κεφάλαιο υποτιμά και απαξιώνει την εργασία, η δυνατότητα νικηφόρων αγώνων αναδύεται μέσα από την επικοινωνία και τη σύνδεση των εκμεταλλευόμενων στους χώρους παραγωγής και αναπαραγωγής. Την δημιουργία οριζόντιων μορφών πάλης που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή και την συναπόφαση. Ενάντια στον κατακερματισμό των εργαζομένων σε εθνικούς, φυλετικούς, έμφυλους και συντεχνιακούς διαχωρισμούς, για την ενοποίηση και τη γενίκευση των αντιστάσεων.
Το κίνημα έχει ανάγκη από τέτοιες κατευθύνσεις, και εμείς οφείλουμε να αναλάβουμε άμεσα τις ευθύνες μας.
Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία (ΚΤΑ)
