Αγώνες τη δεκαετία του 1970 στην πολυκλινική της Ρώμης

//

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από την Graziella Bastelli και δημοσιεύτηκε το μακρινό 2009. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τη συλλογικότητα AngryWorkers το προηγούμενο καλοκαίρι [link]. Το βρήκαμε ενδιαφέρον και αποφασίσαμε να το μεταφράσουμε στα ελληνικά καθώς αποτυπώνει με άμεσο τρόπο την δυναμική που είχαν τα αυτόνομα κινήματα στη γειτονική χώρα την δεκαετία του 1970.

Εισαγωγικό σημείωμα από την συλλογικότητα AngryWorkers

Μεταφράσαμε αυτή την έκθεση για την «Συλλογικότητα της Πολυκλινικής» της Graziella Bastelli, ως μέρος μιας σειράς άρθρων σχετικά με αυτή την ιστορική εμπειρία αυτοοργάνωσης και κομμουνιστικής-φεμινιστικής δραστηριότητας. Οι αναμνήσεις της συντρόφισσας είναι χαρούμενες και έντονες και συνιστούμε να παρακολουθήσετε παράλληλα αυτό το εξαιρετικά εμπνευσμένο ντοκιμαντέρ. (link)

Η Συλλογικότητα της Πολυκλινικής αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου δικτύου πολιτικών επιτροπών σε σημαντικούς χώρους εργασίας και περιοχές της εργατικής τάξης- μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα γι’ αυτές στα άρθρα για τη Magneti Marelli, για τη Senza Tregua και τις πολιτικές επιτροπές στο Βένετο. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας της συλλογικότητας βασίστηκε στο γεγονός ότι περιλάμβανε φοιτητές ιατρικής, νοσηλευτές, τραυματιοφορείς και γιατρούς και στόχευε στην κοινωνικοποίηση της διαιρεμένης γνώσης στο πλαίσιο ενός σχεδίου εργατικού ελέγχου της κλινικής. Οι ασθενείς συμμετείχαν στις τακτικές συνελεύσεις της συλλογικότητας. Οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν για ίσες συνθήκες μεταξύ μόνιμου και επισφαλούς προσωπικού, επέβαλαν δωρεάν υπηρεσίες υγείας για τους εργαζόμενους της περιοχής ενάντια στα ιδιωτικά συμφέροντα των αφεντικών της κλινικής. Η συλλογικότητα υποστήριξε την κατάληψη διοικητικών κτιρίων για τη δημιουργία παιδικού σταθμού για τους εργαζόμενους του νοσοκομείου. Συμμετείχαν επίσης σε μια φεμινιστική κατάληψη ενός χειρουργείου για δωρεάν και ασφαλείς αμβλώσεις. Η συλλογικότητα συνδέθηκε τοπικά με παρόμοιες συλλογικότητες στον τομέα της ενέργειας, στους σιδηροδρόμους και σε διάφορες εργατικές γειτονιές.

Στόχος μας ως αγωνιστές της εργατικής τάξης είναι να αντιπαραβάλουμε αυτά τα ιστορικά παραδείγματα με τη σημερινή κατάσταση και να συμβάλουμε στη συζήτηση και την πρακτική μεταξύ των συναδέλφων εργαζομένων στον τομέα της υγείας. Οι πρόσφατες απεργίες στο NHS (Εθνικό Σύστημα Υγείας της Αγγλίας) έδειξαν ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για αυτοοργάνωση και ανεξάρτητη δράση των εργαζομένων.

Όσον αφορά την κατανόηση, η συντρόφισσα χρησιμοποιεί τη λέξη “βαρόνοι” για να περιγράψει τον πολύ ελιτίστικο, αν όχι ημι-φεουδαρχικό χαρακτήρα της ιατρικής και πανεπιστημιακής ιεραρχίας της εποχής. Πολλά από τα αφεντικά των πανεπιστημιακών κλινικών (διευθυντές-κλινικάρχες, στμ) ήταν μπλεγμένα στη διαφθορά και είχαν στενούς δεσμούς με συντηρητικούς, θρησκευτικούς και μερικές φορές φασιστικούς κύκλους. Γράφει για τους “αγώνες των πανεπιστημιακών εργατών” για ίσους μισθούς με τους εργαζόμενους που απασχολούνταν άμεσα στο νοσοκομείο – εκείνη την εποχή οι συμβάσεις των πανεπιστημίων χρησιμοποιούνταν ως μια μορφή υπεργολαβίας εντός του νοσοκομείου, προκειμένου να πληρώνονται λιγότερα για την ίδια εργασία. Έτσι, οι “πανεπιστημιακοί εργαζόμενοι” είναι στην πραγματικότητα υγειονομικοί εργαζόμενοι στην πολυκλινική.

Με τεράστια ευχαρίστηση βυθίζομαι στη θάλασσα των αναμνήσεων… έτοιμη να ξαναδώ με ορθολογισμό και συγκίνηση τον πλούτο και τα όρια των αγώνων στο νοσοκομείο «Πολυκλινική Ουμπέρτο 1ου» της Ρώμης, ξεκινώντας από εκείνες τις μακρινές και συχνά συγκεχυμένες δεκαετίες του 1970, μια εποχή για την οποία όλοι μιλούν, αλλά πολύ συχνά μόνο μεμονωμένα. (…)

Έτσι έψαξα στα αρχεία μου και σε εκείνα της Πολυκλινικής… ανάμεσα σε φωτογραφίες, φυλλάδια, αφίσες, άρθρα από παλιές εφημερίδες, κάποια ήταν λίγο ξεθωριασμένα, άλλα, καλύτερα διατηρημένα από τον χρόνο, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί την προηγούμενη μέρα, πολύ επίκαιρα τόσο στις αναλύσεις τους όσο και στα αιτήματά τους για το δικαίωμα στην υγεία. (…)

Απλώς γεύτηκα τη μακρά παρέλευση του χρόνου που είχε περάσει και όλες τις αναδιπλώσεις του δημόσιου συστήματος υγείας, που είχε φτάσει τόσο αργά σε μια διακήρυξη δικαιωμάτων (η μεταρρύθμιση της Υγείας του ’78), για να πάει στη συνέχεια, εξίσου αργά, προς τα πίσω, όπου η υγεία γίνεται εμπόρευμα, τα νοσοκομεία σούπερ μάρκετ περίθαλψης, και η δημόσια υγεία, που προβάλλεται με βάση την επιχειρηματική λογική και τα ελλείμματα του προϋπολογισμού, ασφυκτιά από έναν επεμβατικό και παντοδύναμο ιδιωτικό τομέα, που προστατεύεται και ευνοείται από όλες τις κυβερνήσεις/κόμματα/συνδικάτα.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, ή ίσως η κατάληξη αυτής της ιστορίας, γιατί καταδεικνύει την ανάγκη να αφηγηθούμε τους εαυτούς μας για να κάνουμε μνήμες τις εμπειρίες και να ξαναγίνουμε πρωταγωνιστές των απαραίτητων αλλαγών στη ζωή, ώστε να μπορούμε να τη ζήσουμε.

Ας ξεκινήσουμε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, από τη Συλλογικότητα Εργαζομένων και Φοιτητών του Νοσοκομείου Policlinico (από εδώ και πέρα «Πολυκλινική», στμ). Έχοντας διαχωριστεί από τους συντρόφους που εργάζονταν στη λαϊκή κλινική του San Basilio, η συλλογικότητα φοιτητών ιατρικής και μερικών εργαζομένων, περισσότερο συντρόφων παρά εργαζομένων, άρχισε να ασχολείται με την αντιπληροφόρηση για το δικαίωμα στην υγεία εν μέσω της εξουσίας, της αλαζονείας και των ραδιουργιών των βαρόνων του πανεπιστημίου. Συναντιόμασταν κάθε Τρίτη σε μια αίθουσα διαλέξεων της μαιευτικής κλινικής, και μόνο αργότερα η περίφημη πλέον “αίθουσα διαλέξεων των εργαζομένων” έκανε θριαμβευτική είσοδο στους αγώνες του νοσοκομείου και στη ζωή όλων των εργαζομένων. Ακόμα και τώρα, όταν οι μεγαλύτεροι από εμάς, όσοι δεν πρόλαβαν ακόμα να συνταξιοδοτηθούν, περνούν μπροστά από το αμφιθέατρο της γενικής παθολογίας που χτίστηκε πάνω στην ένδοξη αίθουσα διαλέξεων, ένα συναισθηματικό τράνταγμα μας διαπερνά και οι αναμνήσεις πολλαπλασιάζονται στο μυαλό μας και στις ιστορίες μας!

Την άνοιξη του 1971, οι σύντροφοι της συλλογικότητας συμμετείχαν ενεργά στην πρώτη μεγάλη κινητοποίηση των εργαζομένων στα πανεπιστήμια, που οργανώθηκε από το συνδικάτο SUNPU (Εθνικό Συνδικάτο Πανεπιστημιακών Υπαλλήλων). Το συνδικάτο είχε επικεφαλής κάποιον Caldarelli, ο οποίος, στο τέλος του αγώνα, ζητούσε από τους εργάτες να του “δώσουν” ένα FIAT 500 για τη δέσμευσή του. Το συνδικάτο ζητούσε αύξηση του μισθού από τον πρύτανη του πανεπιστημίου, δεδομένης της τρομακτικής διαφοράς μεταξύ των μισθών των εργαζομένων του πανεπιστημίου και των εργαζομένων του Pio Istituto, που εργάζονταν επίσης στο νοσοκομείο. Όλοι τους εκτελούσαν πανομοιότυπα καθήκοντα φροντίδας, εργαζόμενοι στις πανεπιστημιακές κλινικές και στις αίθουσες του νοσοκομείου, αλλά λάμβαναν διαφορετικούς μισθούς.

Αυτός ο πρώτος αγώνας διήρκεσε τρεις μήνες- οι πανεπιστημιακοί εργαζόμενοι δούλευαν μόνο τις βάρδιες για τις οποίες πληρώνονταν, δηλαδή τις ίδιες βάρδιες 8 π.μ. – 2 μ.μ. όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Το συνδικάτο επέβαλε τον τερματισμό της απεργίας αφού έλαβε “έκτακτη αποζημίωση” και πολλές υποσχέσεις. Στη συνέλευση στο πρεσβυτέριο όπου αποφασίστηκε επίσημα το τέλος της διαμάχης, οι σύντροφοι της συλλογικότητας ψήφισαν κατά και άρχισαν να γίνονται γνωστοί στους εργαζόμενους.

Προγραμματίστηκαν συνελεύσεις σε διάφορα νοσοκομεία και κλινικές, πραγματοποιήθηκαν συνελεύσεις με υπεργολαβικούς εργαζόμενους, με εργαζόμενους από τα εργοστάσια της Tiburtina και με τους απολυμένους εργαζόμενους μιας ιδιωτικής κλινικής, της Villa Domelia.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1972, συγκροτήθηκε η επιτροπή για τον αγώνα των ωρομίσθιων. Επρόκειτο για εργάτες που τους ανέθεταν, σχεδόν πάντα χωρίς καμία εκπαίδευση, να εκτελούν εργασίες φροντίδας και καθαριότητας. Καλούνταν καθημερινά να εργαστούν στους θαλάμους και στις υπηρεσίες των εγκαταστάσεων σύμφωνα με τα αιτήματα των “επικεφαλής μοναχών” και σύμφωνα με τα τυριά και τις άλλες γήινες προσφορές που έφερναν ως δώρα! (Πολλοί ήταν αγρότες.) Οι εργαζόμενοι αυτοί αριθμούσαν 272 άτομα και μαζί με τους συντρόφους της συλλογικότητας οργάνωναν μοίρασμα προκηρύξεων, κινητοποιήσεις, συναντήσεις με τη διεύθυνση, ακόμη και ημέρες απεργίας. Ένας από αυτούς, προκειμένου να τραβήξει την προσοχή του Τύπου και της τηλεόρασης, απείλησε να πέσει από την οροφή της παιδιατρικής κλινικής αν δεν τον προσλάμβαναν… ενώ οι σύντροφοι μοίραζαν φυλλάδια και οργάνωσαν συγκέντρωση μπροστά από την κλινική, με σάλπιγγες! Μετά από αρκετούς μήνες αγώνα, η κινητοποίηση αυτών των εργαζομένων έχασε την ορμή της, ενώ οι προσπάθειες του συνδικάτου (η FLO-ομοσπονδία των εργαζομένων στα νοσοκομεία προστέθηκε στη SUNPU) να αποθαρρύνει την κινητοποίηση και να ξεπουλήσει τα αιτήματά τους, γίνονταν όλο και πιο επιτυχείς.

Μέχρι το Δεκέμβριο του ’72, μόνο 60 “ωρομίσθιοι” είχαν προσληφθεί μόνιμα… αλλά με αυτή την πρωτοπορία που ηγήθηκε του αγώνα, νέοι και μαχητικοί εργάτες μπήκαν στη συλλογικότητα. Ο “μονόφθαλμος” (“guercio”) Daniele και ο “μικρός” (“piccoletto”) Totò, ο Francone, ο Ottavio, ο Albertino, η Assunta, η Maria Teresa, ο Il Biondo, η Franca, η Rosa, η Antonione… έγιναν τα σημεία αναφοράς στις κλινικές… οι ιστορίες της ζωής τους συνυφασμένες με την επιθυμία να γίνουν πρωταγωνιστές, για πρώτη φορά, του κόσμου που περιστρεφόταν γύρω τους, αλλά που δεν τους είχε δει ή ακούσει ποτέ.

Αυτή η νέα συνιστώσα της συλλογικότητας, με έναν μεγάλο αριθμό φοιτητών ιατρικής, μας επέτρεψε να εξαπλώσουμε τη συλλογικότητα σε όλες σχεδόν τις πανεπιστημιακές κλινικές: από τη μαιευτική μέχρι την ωτορινολαρυγγολογία, την παιδιατρική, τη νευροχειρουργική, τις ιατρικές κλινικές… μόνο οι χειρουργικές κλινικές αντιστάθηκαν, επειδή ήταν φέουδα ολόκληρων οικογενειών (πατεράδες, αδέρφια, γιοι) συνδικαλιστών και μελών του PCI (Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα)) που συνδέονταν με βαρονικά συμφέροντα και τα πελατειακά τους προνόμια. Ανάμεσα στους εργαζόμενους του νοσοκομείου που δούλευαν στους θαλάμους, στις υποδοχές και στις κουζίνες (400 συνολικά σε σύγκριση με τους 1.500 εργαζόμενους του πανεπιστημίου), καταφέραμε να έρθουμε σε επαφή με κάποιους που, ενώ ήταν ενδιαφερόμενοι και χρήσιμοι σύντροφοι κατά την πραγματική πορεία των αγώνων, αργότερα θα μετατρεπόταν σε όργανα προβοκάτσιας και ελέγχου του PCI. Αυτό σίγουρα θα μπορούσαμε να το είχαμε προβλέψει νωρίτερα… δεδομένου ότι συμπεριφέρονταν σαν ματσό μαλάκες απέναντι στις φοιτήτριες συντρόφισσες της συλλογικότητας και την ανάγκη τους να γίνουν αρεστοί με κάθε κόστος (τριχωτά στήθη, σαγηνευτικά βλέμματα, λεκτική υποστήριξη στην ισότητα των φύλων… ενώ οι γυναίκες τους έμεναν στο σπίτι!). Αυτοί οι άθλιοι το δοκίμαζαν διαρκώς, συχνά έφταναν στο σημείο να συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις και κοινωνικές εκδηλώσεις μόνο και μόνο με την ελπίδα να πηδηχτούν… περιττό να πούμε… πάντα και διαρκώς κατέληγαν σε απόρριψη, και ενώ οι (γυναίκες) σύντροφοι ξεκινούσαν τον επίπονο δρόμο για να ξεσκεπάσουν αυτούς τους καιροσκόπους, οι (άντρες) σύντροφοι, πιο αργοί και πιο προσκολλημένοι σε συγκεκριμένους ρόλους και προνόμια, τους υπερασπίζονταν αναγνωρίζοντας τα όρια τους.

Τον Φεβρουάριο του ’73 αρχίσαμε να πιέζουμε για δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες… να θυμάστε ότι αυτό ήταν πριν από την υγειονομική μεταρρύθμιση, ότι υπήρχαν διάφοροι αλληλοβοηθητικοί οργανισμοί με διαφορετικές προσφορές υγείας, αλλά ότι για όλα τα άλλα έπρεπε να πληρώνουμε εμείς… συνήθως οι ώρες αναμονής μπροστά στις κλινικές είναι αγχωτικές, οι ασθενείς φτάνουν από τις 5 το πρωί για να πάρουν τα νούμερά τους και υφίστανται την παρενόχληση και την κοροϊδία από τους υπεραπασχολημένους “θεούς με τα λευκά” στις ιδιωτικές τους κλινικές που δεν δίνουν δεκάρα για την εξυπηρέτηση στο νοσοκομείο! Οι σύντροφοι της συλλογικότητας “μεταμφιέστηκαν” σε ασθενείς και άρχισαν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους… ο υπόλοιπος κόσμος μπήκε αμέσως στη μέση και μετά τις επισκέψεις κανείς δεν πλήρωσε! Οφθαλμίατρος, μαιευτήρας, ΩΡΛ… κάθε πρωί οργανώνεται ένα νέο τμήμα υγείας… οι υγειονομικοί βαρόνοι άρχισαν να αγχώνονται και να συνειδητοποιούν ότι το πράγμα πιάνει τόπο, ακόμα και χωρίς την παρουσία των συντρόφων της συλλογικότητας. Εν τω μεταξύ, η συλλογικότητα επιδόθηκε σε αντιπληροφόρηση για τις διάφορες ιδιωτικές ιδιοκτησίες που είχαν οι γιατροί, για το πόσο χρόνο περνούσαν μέσα στις ιδιωτικές τους κλινικές και πως ήταν “φαντάσματα” στην Πολυκλινική (όπου τυπικά εργάζονταν). Οι σύντροφοι κινητοποιήθηκαν ενάντια στα λεγόμενα “pay rooms”… ένας επαίσχυντος θεσμός που εξασφάλιζε πρώτης τάξεως περίθαλψη σε όσους είχαν χρήματα και που άφηνε τους φτωχούς στριμωγμένους σε θαλάμους που μοιάζαν με στρατιωτικούς… με μια πομπή εργαζομένων κατάφεραν να κλείσουν τα pay rooms!

Τον Αύγουστο του ’73 το συνδικάτο SUNPU συμφώνησε με τον πρύτανη του πανεπιστημίου για ένα ειδικό συνταξιοδοτικό επίδομα για τους κρατικούς υπαλλήλους… περιττό να πούμε ότι αυτό ωφέλησε πρωτίστως τους υπαλλήλους με υψηλά προσόντα, ενώ οι εργάτες έλαβαν μόνο μερικά ψίχουλα!

Τον Σεπτέμβριο του ’73 η συλλογική σύμβαση για τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία ήρθε προς ανανέωση και η συλλογικότητα ήταν παρούσα στις συνελεύσεις. Πρότειναν μειώσεις των ωρών εργασίας και επαρκείς αυξήσεις στους μισθούς, αντιδρώντας στο μοναδικό αίτημα του συνδικάτου, που ήταν η αύξηση του επιδόματος υπερωριών!

Οι συνελεύσεις στην πανεπιστημιακή κλινική άρχισαν επίσης και πάλι. Η SUNPU πρότεινε ένα ειδικό επίδομα- το επίδομα De Maria ίσχυε και για το μη νοσοκομειακό προσωπικό, ως ένα ελάχιστο μέτρο για την εξίσωση των μισθών μεταξύ των εργαζομένων που απασχολούνται στο πανεπιστήμιο και εκείνων που απασχολούνται απευθείας στο νοσοκομείο. Οι εργαζόμενοι απέρριψαν την πρόταση αυτή και άρχισαν να μιλούν για “περιφερειοποίηση”, δηλαδή, για τη μεταφορά όλων των πανεπιστημιακών υπαλλήλων που εργάζονται στην Πολυκλινική στην αντίστοιχη περιφερειακή συλλογική σύμβαση για τους εργαζόμενους του νοσοκομείου.

Τον Δεκέμβριο του 1973, ο αγώνας των εργαζομένων στα πανεπιστήμια άρχισε και πάλι – οι εργαζόμενοι είχαν καταστήσει σαφές σε όλους ότι ο πρύτανης και το συνδικάτο έκαναν πλάκα, ενώ οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συνέχιζαν να παίρνουν μισθούς πείνας (το πολύ 50.000 λιρέτες το μήνα για τους εργαζόμενους στα πανεπιστήμια σε σύγκριση με τις 400.000 λιρέτες των εργαζομένων στα νοσοκομεία!;).

Οργανώθηκαν συνελεύσεις σε όλες τις κλινικές… και ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετείχαν αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Τα συνδικάτα αποστασιοποιήθηκαν από τον αγώνα και τον καταδίκασαν. Οι εργαζόμενοι επανέλαβαν την εργασία τους μόνο στη μειωμένη βάρδια 8πμ – 2μμ και αποφάσισαν στη συνέλευση πώς να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες υπηρεσίες περίθαλψης, ώστε να μην βλάψουν τους νοσηλευόμενους ασθενείς και τις εγκαταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι 20 εργαζόμενοι που είχαν ξεκινήσει την κινητοποίηση έγιναν περισσότεροι από χίλιοι! Κάθε πρωί γίνονταν γενικές συνελεύσεις στις αίθουσες της Πολυκλινικής, στις οποίες συμμετείχαν πολλοί σύντροφοι από τις Αυτόνομες Επιτροπές Εργαζομένων (αποτελούμενες από εργαζόμενους της ENEL από τον ενεργειακό τομέα- καταληψίες της εργατικής τάξης και εργαζόμενους που οργάνωσαν την “αυτομείωση” του ενοικίου και άλλων λογαριασμών- δικηγόρους κ.λπ). Συγκροτήθηκε η Συνέλευση των Εργαζομένων, η οποία ήταν το μοναδικό όργανο λήψης αποφάσεων για τη συνέχιση του αγώνα. Ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με τα διάφορα αφεντικά και πραγματοποιήθηκαν πορείες σε όλη τη Ρώμη. Οι καταγγελίες εναντίον των υγειονομικών βαρόνων και των καταχρηστικών πρακτικών τους έγιναν οι άμεσες μαρτυρίες των εκατοντάδων εργαζομένων που, σε καθημερινές συνελεύσεις, πήραν το θάρρος να αποτινάξουν τη γλίτσα που έπνιγε το δικαίωμά τους στην υγεία και την εργασιακή τους αξιοπρέπεια!

Από τις παράνομες δοκιμές φαρμάκων που χρησιμοποιούσαν ασθενείς ως πειραματόζωα, μέχρι τα πτώματα κλειδωμένα στα ψυγεία της μαιευτικής κλινικής, τους χαλασμένους ανελκυστήρες, τις άχρηστες τουαλέτες, τις απάνθρωπες συνθήκες στους θαλάμους, τις υποθέσεις διαφθοράς και υπεξαίρεσης από τους υγειονομικούς βαρόνους, μέχρι την καταγγελία της δολοφονίας από δύο γιατρούς των επειγόντων περιστατικών, τους Malizia και Buonaccorsi, οι οποίοι σκότωσαν μια 24χρονη γυναίκα με μια κακότεχνη τραχειοτομή… το εκπαιδευτικό νοσοκομείο αποκαλύφθηκε και η πανεπιστημιακή επιστήμη παρουσιάστηκε επιτέλους ως αυτό που ήταν: μια τεράστια πηγή κέρδους εις βάρος του δικαιώματος στην υγεία και του καθήκοντος της διδασκαλίας, όπως και της ανάγκης για έρευνα που δεν αποσκοπεί στο δικό τους κέρδος αλλά στο συλλογικό καλό!

Οι δρόμοι της Ρώμης κατακλύστηκαν από εκατοντάδες εργάτες που φώναζαν: “Το νοσοκομείο ανήκει στο λαό”, “Μας εκμεταλλεύονται, μας σκοτώνουν, μας πετάνε στον υπόνομο και το ονομάζουν αυτό υγειονομική περίθαλψη”, “Εργαζόμενοι και άρρωστοι ενωμένοι στον αγώνα”, “Δωρεάν κλινικές”, “Έχουμε τσαντιστεί με βαρόνους και συνδικάτα”, “Το αφεντικό μας περιποιείται για να μας εκμεταλλεύεται, θα τον καταστρέψουμε όχι για να μας αρρωσταίνει”, “Όχι στο εκπαιδευτικό νοσοκομείο”… οι τοίχοι της Πολυκλινικής γέμισαν με κείμενα και αφίσες που εξιστορούσαν τα κακώς κείμενα των διαφόρων βαρόνων, τις ραδιουργίες και τα συμφέροντά τους στον ιδιωτικό τομέα, την κακοποίηση ασθενών και εργαζομένων.

Η συμμαχία μεταξύ εργαζομένων και ασθενών ήταν κάτι χειροπιαστό, αρχικά με τη συμμετοχή τους μαζί με τους συγγενείς τους στις συνελεύσεις των κλινικών, όπου εξηγούσαμε τους λόγους του αγώνα μας, στη συνέχεια με την πολυάριθμη συμμετοχή τους στις γενικές συνελεύσεις όπου γίνονταν άμεσοι μάρτυρες των βαρονικών αδικιών και της καταπίεσης, και τέλος κατά τη διάρκεια κοινωνικών εκδηλώσεων (για να επιλέξουμε ένα παράδειγμα, την παράσταση του Dario Fò σε μια κατάμεστη αίθουσα Stefanini). Μετά από καταγγελία που έγινε στη συνέλευση, ένας ασθενής εισήχθη σε χειρουργική κλινική αντί να μεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική. Άλλοι οργανώθηκαν στους θαλάμους, αρχίζοντας να διεκδικούν τα δικαιώματά τους: από πιο αξιοπρεπές φαγητό, μέχρι την άρνηση να χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα, με τους γιατρούς να χρησιμοποιούν τη θεραπεία ως εκβιασμό, μέχρι τη δημοσίευση καταλόγων χειρουργείων που πολύ συχνά αναβάλλονταν λόγω των ιδιωτικών ασθενών των διαφόρων ιατρικών βαρόνων. Εκτυπώθηκαν πολλά φυλλάδια σχετικά με το δικαίωμα στην υγεία και δημοσιοποιήθηκαν όλες οι καταγγελίες προκειμένου να περιοριστεί και να ελεγχθεί η άνευ όρων εξουσία των βαρόνων και των δούλων τους.

Αυτοί οι σκλάβοι είναι οι απεργοσπάστες, όσοι υποτάσσονται πλήρως στα συμφέροντα των βαρόνων για προσωπικό όφελος (εργασιακά προνόμια, δεύτερος μισθός σε ιδιωτικές κλινικές), πολλοί από τους συνδικαλιστές και οι καλόγριες που, όλες τους αρχι-νοσοκόμες, είναι ιδανικοί σύμμαχοι των βαρόνων ενάντια στους ασθενείς και τους εργαζόμενους.

Οι επιθέσεις από τα συνδικάτα και τα αριστερά κόμματα, με επικεφαλής το PCI, δεν άργησαν να έρθουν. Έπεφταν βροχή καταγγελίες, αφορισμοί και απειλές για αναστολή των πάντων ώστε να μην εργαλειοποιηθούν από “τους λίγους βίαιους”. Μόλις ξεκίνησε ο αγώνας, η SUNPU συμφώνησε με τον πρύτανη να δώσει 100.000 λιρέτες προκαταβολή στους εργαζόμενους του πανεπιστημίου… σε απάντηση, 1.500 εργαζόμενοι ακύρωσαν αμέσως τη συμμετοχή τους στο συνδικάτο!

Τον Ιανουάριο του 1974, μετά από πρόταση των βαρόνων, ο υπουργός Παιδείας, Malfatti, πρότεινε έναν μικρό νόμο για να θέσει τους εργαζόμενους στα πανεπιστήμια και τα περιφερειακά (νοσοκομεία) σε ίση οικονομική βάση… η συνέλευση των εργαζομένων τον απέρριψε!

Τον Φεβρουάριο, ο αγώνας για τις δωρεάν κλινικές συνεχίστηκε και οι συγκρούσεις γίνονταν όλο και πιο σκληρές: κάποιοι από τους βαρόνους, προκειμένου να μην έχουν ανθρώπους που ζητούσαν δωρεάν υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των ιατρείων τους, κάλεσαν την αστυνομία και συνοδεύονταν έξω από την κλινική, άλλοι κλειδώνονταν μέσα στις αίθουσες, άλλοι αρνούνταν να τις επισκεφτούν γιατί “ένιωθαν ότι τους ελέγχουν”… αλλά οι εργαζόμενοι και οι χρήστες πάντα υπερίσχυαν και οι κλινικές ήταν εγγυημένα δωρεάν για όλους!

Τον Φεβρουάριο, η αστυνομία επιτέθηκε κατά των απεργιών και οι εργαζόμενοι άρχισαν να αποκλείουν τις πύλες της Πολυκλινικής, απαιτώντας νομική αλλαγή για να αποκτήσουν περιφερειακές συμβάσεις όλοι οι εργαζόμενοι του πανεπιστημίου.

Άρχισαν οι καταγγελίες και οι συλλήψεις: Ο Francone έκανε ένα μήνα στη φυλακή, υπήρχαν άλλα 4 εντάλματα σύλληψης και 49 ύποπτοι. Έφτασε ο διαμεσολαβητής, ο καθηγητής Biocca, ο “κόκκινος βαρόνος”, ο οποίος, λόγω του ιστορικού του PCI και της “τιμής” του, προσπάθησε -ως εκπρόσωπος του πρύτανη- να βρει μια λύση! Απομακρύνθηκε από τις συνελεύσεις και το “Biocca δήμιος και γελωτοποιός” μπορούσε να διαβαστεί σε πολλούς από τους τοίχους του νοσοκομείου, καθώς έτρεχε με κουβά και μπογιά για να τους καθαρίσει. Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, κατήγγειλε προσωπικά τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους.

Τον Απρίλιο, προτάθηκε ο νόμος (ο οποίος εγκρίθηκε ως νόμος 200) για τη μεταφορά των εργαζομένων του πανεπιστημίου στο Pio Istituto, έναν περιφερειακό φορέα, αλλά χωρίστηκε σε δύο άρθρα που προέβλεπαν τόσο την οικονομική ισότητα όσο και τη μεταφορά της απασχόλησης κατόπιν αιτήματος. Κόμματα, συνδικάτα και βαρόνοι πρότειναν το τέλος του αγώνα- οι εργαζόμενοι αποφάσισαν να παραμείνουν στη συνέλευση μέχρι την τελική του έγκριση!

Μετά από πέντε μήνες αγώνα, στις 30 Απριλίου 1974, ο νόμος εγκρίθηκε… οι εργάτες γιόρτασαν τη μεγάλη τους κατάκτηση, η οποία δεν ήταν ασφαλώς ένας ασαφής και ερμηνεύσιμος νόμος, αλλά η ικανότητά τους να έχουν αγωνιστεί ανεξάρτητα ενάντια σε ισχυρούς εχθρούς με τη δύναμη και τη δικαιοσύνη των ιδεών και των δικαιωμάτων τους.

Στη συνέχεια, 1.800 εργαζόμενοι, δηλαδή το 80% των υπαλλήλων του πανεπιστημίου, ζήτησαν μια μετάθεση, παρά τις απειλές των βαρόνων ότι θα έχαναν τη δουλειά τους στις κλινικές και το γεγονός ότι τόσο η πανεπιστημιακή όσο και η περιφερειακή διοίκηση δημιουργούσαν δυσκολίες και εμπόδια. Οι εργαζόμενοι στις Πολυκλινικές ήταν πολύ σταθεροί και επίμονοι… ήταν αποφασισμένοι να μην ξεπουλήσουν τους αγώνες και τους στόχους τους και να διατηρήσουν την ισορροπία της εξουσίας τους μέσω της άμεσης συμμετοχής!

Τον Σεπτέμβριο του ’74 ξεκίνησε ένας νέος αγώνας, για τον οποίο είχαν κινητοποιηθεί κατά τη διάρκεια συνελεύσεων των εργαζομένων του πανεπιστημίου και του νοσοκομείου κατά τη διάρκεια του προηγούμενου καλοκαιριού: η κατάληψη της αίθουσας συνεδριάσεων της Πολυκλινικής για να κατακτήσουν ως εργαζόμενοι το δικαίωμα σε βρεφονηπιακό σταθμό και νηπιαγωγείο ως κατάλληλους και φιλόξενους χώρους για να πηγαίνουν τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια της εργασίας τους.

Το συγκεκριμένο φιλοξενούσε μόνο 40 παιδιά ηλικίας από μηδέν έως τριών ετών, είχε κριθεί ακατάλληλο για χρήση από τον επαρχιακό γιατρό, ο εξοπλισμός του ήταν ανεπαρκής και το επίπεδο του προσωπικού ανεπαρκές. Περισσότερες από 30 μητέρες οργανώθηκαν σε βάρδιες κατά τις ώρες εργασίας για να κρατήσουν τα παιδιά όλων στην αίθουσα. Το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου, φοβισμένο από αυτή την οργανωτική ικανότητα, πρότεινε στις μητέρες να μείνουν στο σπίτι με τα παιδιά τους, λαμβάνοντας παράλληλα τους μισθούς τους, αλλά οι μητέρες προτίμησαν να είναι παρούσες στο νοσοκομείο για να ξεκινήσουν την κινητοποίηση και να βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο με τις άλλες μητέρες και όλους τους εργαζόμενους. Υπέροχες πορείες με μικρούς ταραξίες που φώναζαν: “Έχουμε έναν πρόεδρο που δεν καταλαβαίνει τίποτα”. Η αίθουσα συνεδριάσεων της διεύθυνσης υγείας γέμισε με ζωγραφιές, μπάλες και ποδήλατα… μετά από μόλις 8 ημέρες, η αστυνομία απήγγειλε κατηγορίες στις καταληψίες μητέρες και εργαζόμενες, αλλά η κατάληψη συνεχίστηκε και διήρκεσε σχεδόν ένα χρόνο μέχρι να αποκτήσουν ευρύχωρους χώρους και νέο εξοπλισμό τόσο για τον βρεφονηπιακό όσο και για τον παιδικό σταθμό εκτός των τειχών του νοσοκομείου και με επαρκή στελέχωση.

Τον Οκτώβριο του ’74, τα συνδικάτα CGIL-CISL-UIL, καθώς συνέχιζαν να χάνουν έδαφος, είχαν όλο και λιγότερη αξιοπιστία και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν το ρόλο του ξεπουλήματος και της συνδιαχείρισης, κυκλοφόρησαν ένα διαβόητο φυλλάδιο εναντίον των συντρόφων της συλλογικότητας, με το οποίο ζητούσαν ξεκάθαρα από την αστυνομία και τη δικαιοσύνη να παρέμβουν. Δημιουργώντας φόβο και απειλώντας με φυλάκιση, οι αρχές υποτίθεται ότι θα σταματούσαν την εξάπλωση μιας πρακτικής αυτό-οργάνωσης και άμεσης συμμετοχής που αφορούσε έναν αυξανόμενο αριθμό εργαζομένων.

Ο Daniele συνελήφθη για φθορά, δημόσια προσβολή και αντίσταση σε δημόσιο λειτουργό, κατάληψη δημόσιου κτιρίου και εγκληματική οργάνωση, και η κράτησή του, που διήρκεσε πάνω από οκτώ μήνες, ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Οι αγώνες ξεκίνησαν ξανά, η βάρδια 8-14 επαναλήφθηκε, βγήκαμε ξανά στους δρόμους με πορείες και διαδηλώσεις που, εκτός από τους συνήθεις στόχους, πήγαμε στη Regina Coeli και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να απαιτήσουμε την ελευθερία του Daniele και των άλλων συντρόφων στη φυλακή. Η αστυνομία και τα αντί-απεργιακά τάγματα του PCI, εκδήλωσαν όλη την οργή και τη βία τους και η δικαστική εξουσία, μέσω της δίωξης του δικαστή Buogo, εξέδωσε άλλα 6 εντάλματα σύλληψης και 105 ειδοποιήσεις για αδικήματα, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και 20 μητέρες που συμμετείχαν και διαχειρίστηκαν την κατάληψη της αίθουσας συνεδριάσεων. Όταν η δίκη έγινε μετά από χρόνια… οι εργαζόμενοι της Πολυκλινικής εγκαινίασαν την αίθουσα στο Foro Italico, όπου έφτασαν οι πολυάριθμοι κατηγορούμενοι με τα παιδιά τους, τα ποδήλατα, τα φυλλάδια, τις πίτσες και τα διάφορα γλυκά… για να διαμαρτυρηθούν για το κατασκεύασμα των βαρόνων, των συνδικάτων και του PCI που στοχοποιούν τα ιερά και απαραβίαστα δικαιώματα των εργαζομένων και των ασθενών.

Ως απάντηση στην καταστολή κατά του Daniele, περισσότεροι από 600 εργαζόμενοι κατήγγειλαν επίσημα ότι διέπραξαν τα ίδια “εγκλήματα”, διεκδικώντας τον αγώνα και τους στόχους για το δικαίωμα στην υγεία. Οι συνεχείς προβοκάτσιες και η φυλάκιση δεν μπόρεσαν να επαναφέρουν τους εργαζόμενους της Πολυκλινικής κάτω από τη διαχείριση των συνδικάτων και του PCI, επειδή η ανακτημένη αξιοπρέπεια και η επιθυμία να αποφασίζουν και να υπολογίζονται ως άνθρωποι σε μια κοινή ταυτότητα σήμαινε ότι η συνήθεια της ανάθεσης και του ατομικού ξεπουλήματος, το μόνο εργαλείο που προσέφερε η συνδικαλιστική πρακτική, είχε ξεπεραστεί.

“Συνεχίζουμε να πεθαίνουμε στο νοσοκομείο… και οι συνθήκες περίθαλψης και εκείνες των εργαζομένων εξακολουθούν να είναι απάνθρωπες. Στους θαλάμους υπάρχουν 45 στριμωγμένοι ασθενείς και μόνο ένας νοσηλευτής, υπάρχει η συνεχής υποχρέωση να δουλεύουμε υπερωρίες, οι βαρόνοι συνεχίζουν να είναι οι κύριοι του νοσοκομείου και, ακόμα και αν οι εργαζόμενοι έχουν πλέον αποκτήσει κάποιο έλεγχο, εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τα δημόσια κρεβάτια για τα δικά τους διεφθαρμένα συμφέροντα!”

Από το Δεκέμβρη του ’75 οι συνελεύσεις άρχισαν να αγωνίζονται ενάντια στις υπερωρίες, διεκδικώντας αύξηση 100.000 λιρετών στο βασικό μισθό και μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 40 σε 36 ώρες με πλήρη μισθολογική αποζημίωση! Με τη μεταφορά των εργαζομένων στα πανεπιστήμια (36 ώρες) σε περιφερειακές συμβάσεις (40 ώρες) οι εργαζόμενοι απαίτησαν να διατηρηθούν τα κεκτημένα επιδόματα και να επεκταθούν σε όλους τους άλλους εργαζόμενους. Επιπλέον, υπήρξε αίτημα για μικρότερες βάρδιες εργασίας (οι περίφημες “μικρές βάρδιες” / “turnetti”), ώστε να εξαλειφθεί η πίεση για υπερωριακή εργασία, να υπάρχει περισσότερος ελεύθερος χρόνος και να μπορούν να εργάζονται καλύτερα για να υλοποιηθεί ο εξανθρωπισμός της φροντίδας.

Τον Φεβρουάριο του ’76 ξεκινήσαμε τον πραγματικό αγώνα. Εκτός από τους πρώην εργαζόμενους του πανεπιστημίου, συμμετείχαν πολλοί εργαζόμενοι του νοσοκομείου, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων στα μαγειρεία και των φοιτητών νοσηλευτών. Οι τελευταίοι ξεκίνησαν μια περιφερειακή διαμάχη για την καταβολή ενός προμισθίου που εξαπλώθηκε από την Πολυκλινική σε πολλά άλλα νοσοκομεία. Στον αγώνα συμμετείχαν και οι άνεργοι που μαζί με όλους μας διεκδικούσαν εργασία και προσλήψεις.

Ήταν παράδοση στην Πολυκλινική να μην λείπουν οι επιθέσεις από το PCI, και αφού κυκλοφόρησε ασυνάρτητα φυλλάδια γεμάτα ψέματα, τα πράγματα έγιναν πιο φυσικά… ένας από τους περιφερειακούς συμβούλους του κόμματος, ο Sartogo, με μια προβοκάτσια που είχε σχεδιαστεί εκ των προτέρων, επιτέθηκε στον Daniele, και την επόμενη μέρα το συνδικάτο επιστράτευσε εκατό άτομα που ήρθαν από όλη τη Ρώμη για να σταματήσουν “το κλίμα βίας και προβοκάτσιας που δημιούργησαν οι υπηρέτες των βαρόνων και οι φασίστες τραμπούκοι της συλλογικότητας του Πολυκλινικής” και υπήρξε μια σκληρή σύγκρουση μπροστά στις πύλες. Πολλοί σύντροφοι τραυματίστηκαν, πολλοί εργαζόμενοι έμειναν εμβρόντητοι από τόση βία, αλλά πλέον το PCI και το σωματείο δεν είχαν άλλα όρια και ζήτησαν από τον πρύτανη να κλείσει την αίθουσα των εργαζομένων και να εντείνει την καταστολή εναντίον όσων συνέχιζαν τον αγώνα. Δύο εντάλματα σύλληψης… δύο ακόμα καταγγελίες από έναν γιατρό του PCI που προσβλήθηκε επειδή τον αποκάλεσαν “μαλάκα” είχαν ως αποτέλεσμα οι σύντροφοι να αναγκαστούν να κρυφτούν για μήνες!

Χρησιμοποιώντας λέξεις που διαδέχονται η μία την άλλη σε ένα φύλλο χαρτί, δεν μπορώ να ζωντανέψω την ένταση εκείνης της περιόδου, την κοινωνική συνοχή και τους δεσμούς που δημιούργησαν αυτά τα γεγονότα και, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τις βαθιές αλλαγές που, ατομικά, βίωναν όλοι οι πρωταγωνιστές!

Κλείστε τα μάτια σας, βάλτε στην άκρη τον ορθολογισμό και προσπαθήστε να δώσετε εικόνες στις ιστορίες μου…

Από τη μια πλευρά, υπήρχαν οι σύντροφοι με τις συνολικές επιλογές ζωής τους, βυθισμένοι σε ιδανικά που μπορούσαν τελικά να αντιμετωπίσουν τη θεωρία και την πράξη στην υλοποίηση στόχων που θεωρούσαν αδύνατους, που μέρα με τη μέρα έβλεπαν και σημείωναν τις αλλαγές και αισθάνονταν ότι ήταν οι ίδιοι οι δημιουργοί τους…

Από την άλλη πλευρά υπήρχαν εργαζόμενοι με πολύ πιο συγκεκριμένες ανάγκες που προσέγγιζαν έναν τρόπο ύπαρξης εντελώς διαφορετικό από τις προηγούμενες ζωές τους, από την υποταγή από το αφεντικό, την εκδίκηση/εξουσία απέναντι στις γυναίκες και τα παιδιά, μέχρι την αδυναμία να υποχωρήσουν σε αντιπαράθεση με τους άλλους. Το να γίνουν πρωταγωνιστές απαιτούσε μια πραγματική και κουραστική αλλαγή…

Στις καθημερινές συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, ακόμα και στις συγκρούσεις με τους ισόβιους εχθρούς τους… όλοι οι συμμετέχοντες σε αυτόν τον αγώνα έβαλαν τον εαυτό τους στη γραμμή για να βαδίσουν μαζί προς κάτι διαφορετικό, που τους γοήτευε και τους τρόμαζε ταυτόχρονα, και να βιώσουν μια ένταση κοινωνικών δεσμών που ήταν τότε, όπως και τώρα, ζωτικής σημασίας για να ζήσει κανείς!

Κάποιες (γυναίκες) εργάτριες χώρισαν από τους αναίσθητους συζύγους τους που ήταν αντίθετοι με την ανάπτυξη και την εξέλιξή τους- άλλες αμφισβήτησαν τη σχέση τους και προσπάθησαν να εμπλέξουν τα παιδιά και τις συζύγους τους σε αυτόν τον νέο κόσμο- άλλες κατέλαβαν σπίτια με τους συντρόφους τους στα εδάφη- άλλες συμμετείχαν στην αυτομείωση των λογαριασμών, όλοι βίωσαν από πρώτο χέρι τους αντιφασιστικούς αγώνες, ένιωσαν ενωμένοι με όλους τους άλλους εκμεταλλευόμενους, αναγνώρισαν ξεκάθαρα τους εχθρούς τους- κάποιοι εγκατέλειψαν γιατί δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην ένταση και τη σκληρότητα της δέσμευσης- άλλοι ξεπούλησαν τη δουλειά που ξεκίνησαν με τον εαυτό τους για να επαναπροσδιοριστούν με μια άχρωμη μάζα… Όποιος θυμάται εκείνες τις εποχές, όποια κι αν είναι η πορεία του αργότερα, μιλάει γι’ αυτές με πάθος και τα διάφορα συναισθήματα που εξιστορούνται είναι όλα έντονα και τόσο ενσαρκωμένα που μετατρέπονται… σε κοινές εικόνες για τον ακροατή!

Ακόμα άλλες εικόνες…. είναι ακριβώς αυτές οι συλλογικές εμπειρίες που επιτρέπουν μια ιδιαίτερη ανάπτυξη για τις (γυναίκες) συντρόφισσες και τις γυναίκες της Πολυκλινικής, από το να είναι η πλειοψηφία των εργαζομένων, οι πιο επιρρεπείς στη φροντίδα και την υποταγή, οι πιο εκβιαζόμενες και κακοποιημένες, να είναι οι πιο αποφασισμένες και μαχητικές, ικανές να παίρνουν σημαντικές αποφάσεις όταν οι σύντροφοί τους συλλαμβάνονται, να παίρνουν ρίσκα σε πρώτο πρόσωπο, να είναι πρωταγωνίστριες στην κατάληψη του μαιευτηρίου, να αρνούνται τους συμβιβασμούς και τους εκβιασμούς, φτάνοντας τον Ιούνιο του ’78 να οργανώνουν και να συντονίζουν την κατάληψη του μαιευτηρίου της μαιευτικής κλινικής. Συμμετείχε όλη η συλλογικότητα, αλλά οι (γυναίκες) σύντροφοι ήταν η συγκολλητική ουσία ανάμεσα στην ανάγκη που εξέφραζαν οι γυναίκες να ανοίξει ένας θάλαμος διακοπής εγκυμοσύνης, ώστε “να μην γίνουν άλλες (επικίνδυνες και παράνομες) εκτρώσεις”, και στο υπόλοιπο νοσοκομείο, το οποίο εκλαμβανόταν τόσο ως δημόσια υπηρεσία υγείας που έπρεπε να εφαρμόσει έναν νόμο όσο και ως χώρος αντιστάσεων ενάντια στην αυτοδιάθεση των γυναικών, το σώμα τους και την ελευθερία των επιλογών τους.

Ο νόμος 194 τέθηκε σε ισχύ στις 6 Ιουνίου του ’78 και στις 21 Ιουνίου καταλήφθηκε ένας θάλαμος με μια καλά εξοπλισμένη χειρουργική αίθουσα, η οποία μέχρι τότε παρέμενε πάντα αχρησιμοποίητη.

Το βράδυ, οι πρώτες τέσσερις γυναίκες που ήθελαν να κάνουν έκτρωση έγιναν δεκτές, σε συμφωνία μ ένα μαιευτήρα γιατρό, τον Enzo Maiorana, και κατέλαβαν τον θάλαμο για να επιβάλουν τον νόμο. Φυσικά, όλα είχαν προετοιμαστεί με συναντήσεις μεταξύ της συλλογικότητας και φεμινιστριών συντρόφων που ήδη εργάζονταν για την έκτρωση και εφάρμοζαν τη μέθοδο Karman, αυτή της αναρρόφησης, σε αντίθεση με την απόξεση, που είναι πολύ πιο βίαιη και επικίνδυνη για τις γυναίκες. Αμέσως ξεκινήσαμε συνελεύσεις στη μαιευτική κλινική, πολλές εργαζόμενες από άλλα τμήματα, μετά τη βάρδια τους, συμμετείχαν στις δραστηριότητες του θαλάμου, πολλές συντρόφισσες από τις γειτονιές και φεμινίστριες συμμετείχαν σε αυτοδιαχειριζόμενες διαβουλεύσεις, έκαναν φυλλάδια και διατέθηκαν για να διευρύνουν τον αγώνα. Μίλησαν για το γυναικείο σώμα, το δικαίωμα στην επιλογή και την εμπειρία της εγκυμοσύνης, παρενέβησαν στην αίθουσα τοκετού όπου οι γυναίκες στοιβάζονται σε φορεία και στους θαλάμους της μαιευτικής κλινικής, διεκδικώντας το δικαίωμα σε θάλαμο για τις γυναίκες που μόλις γέννησαν, οργάνωσαν συναντήσεις με τις γυναίκες για τα αντισυλληπτικά, ώστε να μην υποφέρουν πια από το καθήκον της απόκτησης παιδιού ή την τυχαιότητα της απόκτησης. Κάποιες γυναίκες, αφού έκαναν έκτρωση, θέλησαν να συμμετάσχουν στην κατάληψη και να βοηθήσουν τις (γυναίκες) συντρόφισσες και εργάτριες στη διαχείριση του θαλάμου, πράγμα που σήμαινε, εννοείται, τον εξοστρακισμό της υγειονομικής διεύθυνσης και όλων των βαρόνων που “ενοχλούνται” στο επάγγελμά τους! Οι γεννήσεις δεν προκαλούνται πλέον [pilotati] και καμία γυναίκα δεν έπρεπε να πληρώσει για βοήθεια, η μέθοδος Karman χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση των αμβλώσεων και οι φεμινίστριες συντρόφισσες δίδαξαν στους γιατρούς πώς να τις εκτελούν (από τους 132 γιατρούς, μόνο 8 δεν δήλωσαν την αντίθεσή τους στη μέθοδο και σήμερα, αν και ο αριθμός των γυναικολόγων έχει αυξηθεί, οι μη αντιδρώντες έχουν μειωθεί περαιτέρω σε 3!)Η μαιευτική κλινική είναι γεμάτη γυναίκες, (γυναίκες) συντρόφους, αφίσες και πανό… υπάρχει μια υπέροχη ατμόσφαιρα αυτοδιαχείρισης τόσο της υγειονομικής μονάδας όσο και του σώματος των γυναικών, όλες συμμετέχουν προσωπικά στην υγεία τους.

Στις 3 Ιουλίου, έφτασε η αστυνομία και εκεί έγινε η πρώτη έξωση, ακολουθούμενη από την καταγγελία 8 συντρόφων για “κατάχρηση επαγγέλματος”- αμέσως επανακατέλαβαν και οργανώθηκαν για να ανταποκριθούν στην αδιάκοπη ζήτηση των γυναικών που έπρεπε να κάνουν έκτρωση και αναγκάζονταν να πληρώνουν για “εκτρώσεις στο παρασκήνιο” επειδή τα νοσοκομεία δεν εφάρμοζαν το νόμο. Από εκείνη την ημερομηνία και μετά, η αστυνομία θα φρουρούσε τον θάλαμο μέρα και νύχτα για περισσότερο από ένα χρόνο υπό τον φόβο μιας νέας κατάληψης, και η διοίκηση του νοσοκομείου θα το διαχειριζόταν μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των επεμβάσεων, τοποθετώντας εκεί αποσυντονισμένο και κουρασμένο προσωπικό και μεταφέροντάς το από τον κατειλημμένο θάλαμο σε κρυφά δωμάτια με ανεξάρτητες εισόδους, επιβεβαιώνοντας ότι η άμβλωση πρέπει να παραμείνει, στη συλλογική φαντασία, μια ντροπή για όσες τη ζητούν.

Μέχρι τώρα, οι εικόνες που η ιστορία μου έχει δημιουργήσει στη φαντασία σας πρέπει να επικαλύπτονται ευτυχώς, τόσα πολλά πρόσωπα, τόσες φωνές, τόσες δυσκολίες, τόσοι περιορισμοί, τόσος πλούτος, τόση ενέργεια μεταμόρφωσης… είναι αυτές οι αποσκευές που πρέπει ναεπαναδραστηριοποιήσουμε σήμερα για να νικήσουμε, όπως κάναμε και χθες, αν και με διαφορετικές επιθέσεις και νέα εργαλεία, την εκμηδένιση που επιβλήθηκε βίαια στα δικαιώματά μας στην υγεία και τη ζωή, ανακαλύπτοντας ξανά την ομορφιά της κοινωνικότητας, αντιμετωπίζοντας ο ένας τον άλλον σε επίπεδο γενεών, και ανακαλύπτοντας ξανά αυτή την απαραίτητη γοητεία προς την αλλαγή που επιτρέπει στους ηλικιωμένους να αισθάνονται νέοι και στους νέους να αποκτούν εμπειρία για να γεράσουν!

Graziella.

τώρα μέρος του πανεπιστημίου υγείας και έρευνας Cobas…

πριν μέλος της Συλλογικότητας εργαζομένων και φοιτητών της Πολυκλινικής…

και πάντα… συντρόφισσα!