Στα τέλη Ιανουαρίου κατατέθηκε ένα ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να θεσμοθετηθεί το δικαίωμα στην “αποσύνδεση”. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο που να καθορίζει και να ρυθμίζει άμεσα το δικαίωμα αυτό. Όσοι/ες δουλεύουν remote ή ακόμη και οι εργαζόμενοι/ες στις ψηφιακές πλατφόρμες έρχονται αντιμέτωποι/ες με το δομικό πρόβλημα της απλήρωτης υπερωριακής εργασίας. Αυτά είναι άλλωστε και τα αποτελέσματα των επισφαλών μορφών εργασίας που προωθεί για πάνω από 20 χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ρίχνοντας μια ματιά στο ψήφισμα διαπιστώνουμε ότι:
Παρόλο που αναφέρει ότι ο/η τηλεργαζόμενος/η πρέπει να έχει ρητά καθορισμένο ωράριο ύστερα από το οποίο έχει το δικαίωμα να μην απαντά στο αφεντικό, χωρίς να υφίσταται κάποια συνέπεια (βλ. απόλυση), αυτό μπορεί να αλλάξει σε «γραπτώς διατυπωμένες έκτατες περιπτώσεις». Τώρα, το τι θεωρεί η κάθε επιχείρηση έκτακτο, είναι στο δικό της χέρι και μόνο. Οπότε κατευθείαν δημιουργούνται παραθυράκια που υποσκάπτουν τον νόμο.
Στην λογική ότι το ωράριο θα πρέπει να ορίζεται ρητά, εισάγονται συστήματα καταμέτρησης του χρόνου εργασίας, της παραγωγικότητας και έντασης της δουλειάς, με τη χρήση μέσων όπως κάμερες, εφαρμογές καταγραφής – αισθητήρες πληκτρολογίου κ.ά. Μαζί λοιπόν με το «δικαίωμα στην αποσύνδεση» νομιμοποιείται και η εφαρμογή και χρησιμοποίηση τέτοιων μέσων από τους εργοδότες.
Τελικά ωστόσο, το ψήφισμα δεν πέρασε μιας και το Λαϊκό Κόμμα, οι Σοσιαλδημοκράτες και λοιποί πάγωσαν την διαδικασία με τροπολογία για τα επόμενα 3 χρόνια, κάτι που δείχνει ότι οι ενώσεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου (Βusiness Europe) επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο και χωρίς κανένα εμπόδιο την συνθήκη της γενικευμένης τηλεργασίας που επιβλήθηκε με αφορμή την πανδημία.
Το δικαίωμα στην “αποσύνδεση” μπορεί να αργήσει να έρθει, αλλά από ότι φαίνεται θα φέρει μαζί του και νέες τεχνολογίες ελέγχου από μεριάς των αφεντικών.
