
Κείμενο συντρόφων/φισσών
από τις Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία
για την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008
Αν ήσουν νύχτα του Δεκέμβρη, ποιους θα στοίχειωνες;
17 χρόνια από την εξέγερση του Δεκέμβρη διερωτάται κανείς τι έχει μείνει από κείνες τις 20 ημέρες και νύχτες που όλα μοιάζανε δυνατά.
Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που συμμετείχαν στην εξέγερση έχει βυθιστεί στην επιβίωση, τα περισσότερα εγχειρήματα και οι κοινότητες αγώνα, που άνθισαν εκείνες τις ημέρες, έχουν πρακτικά μαραζώσει ή διαλυθεί, οι χώροι που είχαν απελευθερωθεί από την κυριαρχία κράτους και εμπορεύματος, έχουν επιστρέψει στο κράτος και στο εμπόρευμα.
Μια τέτοια κατάσταση δεν είναι ιστορικά πρωτότυπη: έτσι συμβαίνουν συνήθως τα πράγματα, καθώς ο χρόνος σαρώνει όχι απλώς την υλική έκφραση των ιστορικών φαινομένων, αλλά ακόμα περισσότερο ανθρώπους, κοινωνικές σχέσεις, ακόμα και μνήμες. Άρα το ερώτημα που μπορεί να έχει ένα νόημα σήμερα δεν είναι τι έχει μείνει από ό,τι υπήρξε το Δεκέμβρη, αλλά τι αξίζει να μείνει για τις γενιές που θα θελήσουν να αντλήσουν έμπνευση και δύναμη από αυτόν. Κι αυτό πάει να πει, ότι πέρα από την καταγραφή της σωματικής, συναισθηματικής και διανοητικής μνήμης, που εγγράφηκε στα κορμιά και στα μυαλά όσων συμμετείχαν στην εξέγερση, έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία να σκεφτούμε πολιτικά, πάνω στα πράγματα, που αξίζουν όχι απλώς να διασωθούν από την επιβαλλόμενη λήθη, αλλά και να τύχουν περαιτέρω συλλογικής επεξεργασίας στα πλαίσια των διαδικασιών του ανταγωνιστικού κινήματος. Γνωρίζοντας ότι ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο δεν συνέβη μέχρι τώρα στην έκταση που απαιτούσαν οι ιστορικές ανάγκες, θα περιοριστούμε να ανιχνεύσουμε κάποια από αυτά τα πολιτικά πράγματα που θεωρούμε ότι αξίζει να (ξανά) σκεφτούμε.

Το πρώτο από αυτά, είναι η ιδέα ότι οι κοινωνικές εξεγέρσεις εξακολουθούν να αποτελούν ιστορικές δυνατότητες. Ο μύθος του «τέλους της ιστορίας», που μας κουνούσαν σαν λάβαρο, όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους για 25 χρόνια έγινε κουρέλι (για άλλη μια φορά) το Δεκέμβρη του 2008. Και μάλιστα όχι σε μια χώρα περιφερειακή, ή καθυστερημένη, ή σε μια δικτατορία, αλλά σε μια «δημοκρατική» χώρα στην καρδιά της Ευρώπης και στον πυρήνα της ΟΝΕ. Αυτό πάει να πει ότι η ιδέα ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, το Δεκέμβρη έπαψε να φαντάζει σαν παραλήρημα κάποιου τρελού, ως ουτοπία χωρίς καμιά υλική βάση, ή σαν όραμα κάποιων περιθωριακών πολιτικών υποκειμένων, ή ομάδων. Από την άλλη πλευρά οι κοινωνικές εξεγέρσεις δεν είναι προβλέψιμες, δεν υπακούουν σε καμιά ιστορική νομοτέλεια, δεν είναι υπόθεση κανενός πολιτικού υποκειμένου, όπως κι αν αυτοχαρακτηρίζεται. Αν κάτι έκανε το Δεκέμβρη εξέγερση αυτό καταρχήν ήταν το μαζικό ξεσήκωμα μαθητών και μαθητριών σε όλα τα λύκεια και γυμνάσια της χώρας, που για μια βδομάδα ξεκινούσαν από τα σχολεία τους για να πάνε να επιτεθούν στα αστυνομικά τμήματα. Αν κάτι δεν άφησε τον Δεκέμβρη να μείνει στο επίπεδο απλώς μιας σύγκρουσης με τις ποικίλες εκφράσεις της δημόσιας τάξης, έστω μαζικής και εκτεταμένης σε όλη την επικράτεια, ή να χει την μοίρα της εξέγερσης στα γαλλικά προάστια το 2005 ή στα προάστια του Λονδίνου το 2011, αυτό ήταν η πολιτική πρωτοβουλία συγκεκριμένων τάσεων της αντιεξουσίας, να αντιληφθούν το κράτος ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων(στην τοπική αυτοδιοίκηση, στην εκπαίδευση, στην περίθαλψη, στην ενημέρωση, στον «πολιτισμό»…) κι όχι απλώς ως ένα κεντρικό εγκέφαλο (κοινοβούλιο), που οι απολήξεις των νευρικών του οδών βρίσκονται στα γκλομπ (ή στα όπλα) των μπάτσων.
Ήταν όμως απλώς μια πολιτική πρωτοβουλία κάποιων αντιεξουσιαστικών τάσεων, που δεν επέτρεψε στο Δεκέμβρη να μείνει στο επίπεδο των «ταραχών», ή ήταν η εμφάνιση της νέας ταξικής σύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας, που σε κάποιο βαθμό, μπόρεσε να εκπροσωπήσει και να εκφράσει η αντιεξουσία αυτές τις ημέρες; Τολμάμε να ισχυριστούμε το τελευταίο και αυτό είναι το δεύτερο πράγμα, που αξίζει να σκεφτούμε σε σχέση με την εξέγερση.
Εκτός από τις μαθήτριες, ήταν οι επισφαλείς εργαζόμενοι και οι βαλκάνιες μετανάστριες δεύτερης γενιάς και οι πρώτης γενιάς Ασιάτες (κυρίως στο δρόμο), είτε επισφαλείς με την σειρά τους, είτε άνεργοι και φτωχές, όπως και οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, αυτά τα κοινωνικά κομμάτια, που με την πρωτοβουλία της αντιεξουσίας πήγαν τα πράγματα παρακάτω.
Ποτέ μέχρι το Δεκέμβρη, σε ολόκληρη την ελληνική ιστορία δεν είχε εφαρμοστεί στην πράξη και σε τέτοια έκταση η οριζόντια συζήτηση και λήψη αποφάσεων, αυτό που ονομάζουμε άμεση δημοκρατία, οριζοντιότητα ή αυτονομία, όσο στη διάρκεια της εξέγερσης· προϊόν ταυτόχρονα του διάχυτου χαρακτήρα και των κοινωνικών χαρακτηριστικών αυτού του συλλογικού υποκειμένου που πρωταγωνίστησε, αλλά και μιας ιστορικής εμπειρίας κριτικής όχι μόνο στο καθεστώς της αντιπροσώπευσης, αλλά και σε εκείνες τις τάσεις του κινήματος, που είναι ακόμα προσκολλημένες στην χρεοκοπία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, της ιεραρχίας της εντολής, κλπ. Ποτέ τουλάχιστον μέχρι τα Ιουνιανά του 2011 κι ό,τι, τρία χρόνια αργότερα ακολούθησε. Άλλο ένα ορόσημο, για όσες ψάχνουν ακόμα το νήμα, που συνδέει το Δεκέμβρη με τον κύκλο αγώνων, που ακολούθησε, ενάντια στην επίθεση των αφεντικών, που κωδικοποιήθηκε ως ελληνική κρίση χρέους.
Το τρίτο πράγμα που αξίζει διαπραγμάτευσης, είναι η διαπίστωση ότι το καθεστώς δεν είναι τόσο αρραγές, ισχυρό και σταθερό όσο διατείνεται ότι είναι. Το πιο εντυπωσιακό γεγονός του Δεκέμβρη ήταν το πως κατέρρευσε η έννομη τάξη, το πως άλλαξαν όλες οι νοηματοδοτήσεις του νόμιμου και του παράνομου, το πως δεν κατάφεραν να επιστρατεύσουν το άρθρο 48 και να επιβάλλουν καθεστώς έκτακτης ανάγκης, που συζητούσαν για ημέρες, το πώς για πλάκα καταλαμβάνονταν τα κρατικά κτίρια (χωρίς καμιά προστασία ασύλου), χωρίς το κράτος να μπορεί να κάνει κάτι, κλπ. Γιατί συνέβησαν όλα αυτά, δεδομένου ότι έχουν στρατούς, αστυνομίες, ΜΜΕ, δικαιοσύνη, και μια κοινωνική πλειοψηφία που -κακώς ή κακώς- είτε δεν συμμετείχε στην εξέγερση, είτε ήταν εχθρική απέναντι της; Επειδή πίσω από όσους διαδήλωναν, συγκρούονταν, καταλάμβαναν κτίρια, κλπ (σε κάθε περίπτωση μια κοινωνική μειοψηφία), βρίσκονταν δεκάδες και εκατοντάδες άλλοι, που συναινούσαν σε τέτοιες ενέργειες, πρακτικές και δράσεις, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Βρισκόταν δηλαδή ένα άλλο μπλοκ κοινωνικών σχέσεων, που το όφελος του κράτους να χτυπήσει συντριπτικά τους πρώτους (εμάς δηλαδή), θα ήταν μικρότερο, από το κόστος να χάσει, ή να βρει απέναντι του, τους δεύτερους.
Το τέταρτο πράγμα που αξίζει να σκεφτούμε είναι η επαναδιαπραγμάτευση της χωρικής/γεωγραφικής/ εδαφικής διάστασης της ανταγωνιστικής δράσης στη διάρκεια της εξέγερσης. Αν ο Δεκέμβρης περιοριζόταν σε τρεις δρόμους του κέντρου της Αθήνας, θα είχε σβήσει ήδη από την δεύτερη μέρα. Μπορεί να υπήρχε ένα κέντρο της εξέγερσης στη διάρκεια του Δεκέμβρη, τα Εξάρχεια, και η Πατησίων, στην πραγματικότητα ωστόσο η πρωτοβουλία της επέκτασης σε μια εκτεταμένη γεωγραφική έκταση και σε άλλα πεδία του κοινωνικού, είναι ο λόγος που παράτεινε και βάθυνε την εξέγερση. Κι αυτό κόντρα σε μια κεντροπολιτική αντίληψη αριστεράς και αναρχίας, όπου σταθερά προσκολλημένη στις αντιλήψεις των αρχών του περασμένου αιώνα, θεωρεί ότι το τρίγωνο Προπύλαια-Ομόνοια-Σταδίου-Σύνταγμα αποτελεί την πεμπτουσία της κυβερνητικότητας, αντίληψη ωστόσο, που εξακολουθεί και σήμερα να μας ταλαιπωρεί.

Το πέμπτο πράγμα, που πρέπει να εστιάσουμε είναι η «αποτυχία» του Δεκέμβρη. Πιο αποδραματοποιημένα: οι εξεγέρσεις είτε μπαίνουν σε μακρά πορεία ανατροπής των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων, είτε υποχωρούν και ηττώνται (μένοντας ή όχι κομμάτι «πάντοτε μιας ήττας, που νικάει την εξουσία»). Οι κοινωνικές εξεγέρσεις έχουν συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά όρια, ως προς το σε ποιο βάθος μπορούν να πάνε, ως προς το μέχρι που μπορούν να φτάσουν, ως το ποια στρώματα μπορούν να κινητοποιήσουν. Και το πρώτο από αυτά τα όρια, είναι η κατάσταση του ανταγωνιστικού κινήματος πριν την εξέγερση. Δεν υπάρχουν χειμερινά ανάκτορα να καταλάβουμε, δεν υπάρχει καρδιά του κράτους για να χτυπήσουμε, δεν υπάρχει εγκεφαλικό κέντρο για να μπλοκάρουμε. Το που θα πάει μια κοινωνική εξέγερση εξαρτάται από το τι υπήρχε πριν. Τι εργατικές συλλογικότητες υπήρχαν στους χώρους εργασίας και τι συνελεύσεις μαθητών υπήρχαν στα σχολεία. Τι πρωτοβουλίες αναπτύσσονταν στα πανεπιστήμια και τι πρωτοβουλίες υπάρχουν σε κάθε γειτονιά. Τι συλλογικότητες ανέργων υπάρχουν και τι παρεμβάσεις ανθίζουν εδώ και κει. Κάτω το κράτος σημαίνει πρώτα και κύρια αμφισβητώ την εντολή του διευθυντή/προϊσταμένου στη δουλειά μου, αν είμαι εργαζόμενη στο δημόσιο και κάτω το κεφάλαιο σημαίνει αμφισβητώ την εντολή του αφεντικού (ή του manager) αν δουλεύω στον ιδιωτικό τομέα.
Μόνο αν η δυαδική εξουσία είναι ήδη υλική πραγματικότητα στο παρόν της εξέγερσης, έστω ως ανώριμη τάση, μπορεί μια εξέγερση να πάει παραπέρα. Αντίστροφα: μόνο όπου είναι ήδη παρούσα, εκεί η εξέγερση θα πραγματώσει τις ήδη υπαρκτές δυναμικές για την περαιτέρω εμβάθυνση της.
Πρέπει να ξανασκεφτούμε την επανάσταση ως δυνατότητα «των απλών καθημερινών ανθρώπων», που λέει κι ο Subcomantante Μάρκος, όχι ως διανοητικό φληνάφημα ακαδημαϊκών («του κώλου»), ούτε ως άνοστη καραμέλα στην άκρη της γλώσσας των «ειδικών» σκουριασμένων ή καπνισμένων κανών. Το δεύτερο όριο, που αφορά το πόσο θα εμβαθύνει μια κοινωνική εξέγερση, δηλαδή ποια στρώματα του πληθυσμού θα αγκαλιάσει, αφορά τα αίτια και την σοβαρότητα αυτών των αιτίων, από την άποψη του πόσο βαθιά πλήττουν την καθημερινότητα, την ζωή και την ίδια την επιβίωση του πληθυσμού. Καλώς η κακώς, αν η αφορμή της εξέγερσης ήταν μια δολοφονία ενός εφήβου και αν οι βαθύτερες αιτίες της ήταν η επισφάλεια και το ζόρισμα τμημάτων της νέας ταξικής σύνθεσης, αυτά τα δύο δεν αφορούν το σύνολο της κοινωνίας των εκμεταλλευόμενων, το σύνολο της τάξης. Ή δεν τα αφορούν στο βαθμό εκείνο, που θα τους κάνει να κινητοποιηθούν: από το να χάσουν ένα ή περισσότερα μεροκάματα μέχρι να ρισκάρουν ξύλο, συλλήψεις, σωματική ακεραιότητα, ή πολύ περισσότερο την βεβαιότητα ότι «δεν πάει άλλο» με αυτή την ζωή. Τέλος το τρίτο όριο, που αφορά το που μπορεί να πάει η εξέγερση, είναι η υλική ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού σχεδίου ως πρόταση προώθησης των πραγμάτων. Κι αυτό δεν πάει να πει απλώς κάποια συνθήματα, πάει να πει η υλική δύναμη που μπορεί να προτείνει και να κινηθεί στην κατεύθυνση που ορίζουν αυτά τα συνθήματα. Με λίγα λόγια: οι μάζες των εργατριών και των στρατιωτών, ακολούθησαν τους Μπολσεβίκους στη Ρωσική επανάσταση ή οι εργάτες και οι αγρότες τους αναρχικούς στην Ισπανική επανάσταση, επειδή πίσω από τις προτάσεις τους στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης («Ειρήνη και γη» και «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» για τους μπολσεβίκους και «Γη και ελευθερία» και «κολεκτιβοποίηση της οικονομίας» για τους αναρχικούς), υπήρχαν μεγάλα κομμάτια της τάξης, που ήταν έτοιμα να υπερασπιστούν αυτές τις προτάσεις. Εννοείται ότι δεν υπήρχε τέτοιο σχέδιο το Δεκέμβρη κι εννοείται ότι οι μόνοι που προτείνανε κάτι τέτοιο, κάποιες τάσεις του ένοπλου, στάθηκαν στα όρια του γραφικού. Εννοείται ότι ούτε σήμερα υπάρχει τέτοιο σχέδιο, όχι ως σχέδιο κατάκτησης της εξουσίας, αλλά ως ενεργή συζήτηση του κινήματος, κι αυτό αποτελεί πρόβλημα, για όσους κι όσες μπορούν να το αντιληφθούν.

And last but not least. Ο Δεκέμβρης μας έμαθε έμπρακτα, ότι το καθεστώς μπορεί να είναι μην είναι τόσο αρραγές όσο διατείνεται ότι είναι, αλλά παραμένει περισσότερο σταθερό από ό,τι φαντάζονται κάποιες τάσεις του κινήματος ότι είναι (και με αρκετές εφεδρείες). Η κυβέρνηση της Ν.Δ. και το κράτος των κομμάτων χάσανε την πρωτοβουλία των κινήσεων για 20 ημέρες, όμως την ανέκτησαν γρήγορα σε όλα τα επίπεδα. Εφεδρείες του κράτους ήταν και το ΚΚΕ που καταδίκασε ανοιχτά την εξέγερση («
στις αυθεντικές λαϊκές εξεγέρσεις δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι» δήλωνε χαρωπά η Παπαρήγα) και απείχε από κάθε πρωτοβουλία, όπως και ο (τότε) ΣΥΡΙΖΑ, που πότε μιλούσε για μπάχαλα και πότε για εξέγερση, επιλέγοντας να ισορροπήσει μάταια και στη βάρκα της νεολαιίστικης μαχητικότητας και στη βάρκα της αστικής νομιμοφροσύνης. Εφεδρείες του κράτους ήταν και οι φασίστες που χτυπούσαν παρέα με τους μπάτσους στην Πάτρα και στη Λάρισα, εφεδρείες ήταν και οι «αξιοσέβαστοι» διανοούμενοι (Μάρκαρης, Θεοδωρακόπουλος, κ.α.), που μιλούσαν για “μηδενισμό” και “καταστροφές», ή οι καθηγητές του αναθεωρητισμού (Μαραντζίδης, Καλύβας, κ.α.), που γράφανε βαθυστόχαστα άρθρα για να αποδείξουν ότι «ο Δεκέμβρης δεν ήταν τίποτα». Η κάθε εφεδρεία χρήσιμη στον καταμερισμό εργασίας της κρατικής εντολής και για το ρόλο που έχει από αυτόν επωμιστεί: ιδεολογικό, καλλιτεχνικό, υλικό, πολιτικό, κλπ.
Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που αξίζει να εστιάσουμε όσον αφορά το Δεκέμβρη και δεν έχουμε την αυταπάτη ότι εξαντλούμε σε δύο σελίδες αυτό τον κατάλογο. Αν κάτι μας έχει μάθει η ιστορία, σε μας που έχουμε αποφασίσει να αφιερώσουμε την ζωή μας στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, είναι η ανάγκη να ερευνούμε και να συζητάμε σε βάθος αυτές τις στιγμές, που η τάξη σηκώνει κεφάλι, είτε λέγονται επαναστάσεις, είτε εξεγέρσεις, είτε σημαντικές απεργίες, είτε σημαντικοί αγώνες στο διάχυτο κοινωνικό πεδίο. Όχι μόνο κι όχι κυρίως για να υπερασπιστούμε το συλλογικό παρελθόν μας, αλλά για να προετοιμάσουμε το συλλογικό μέλλον μας. Η εξέγερση του Δεκέμβρη δεν έχει βρει ακόμα αυτούς κι αυτές, που θα την ερευνήσουν με όρους προφορικής ιστορίας και ανταγωνιστικής έρευνας, αυτούς κι αυτές που θα την θέσουν ξανά και ξανά ως πολιτικό ζήτημα διαπραγμάτευσης του κοινωνικού ανταγωνισμού.
Αν μη τι άλλο τιμούμε την μνήμη αυτής της εξέγερσης, σημαίνει ότι δεν θα αφήσουμε αυτό το έργο στα χέρια των ειδικών της κυριαρχίας, όποιες κι όποιοι κι αν είναι αυτοί κι από όπου κι αν προέρχονται.
Κι αν ήσουν μνήμη του Δεκέμβρη ποιους θα στρίμωχνες;
Δεκέμβρης 2025
