ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΜΑΣ

Τι είναι οι Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία

Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2019 έπειτα απ’ το κάλεσμα κάποιων συντρόφων/-ισσών με σκοπό τη δημιουργία μίας κοινωνικοπολιτικής διαδικασίας που θα βάζει στο κέντρο του ενδιαφέροντος της τους κοινωνικούς αγώνες που αφορούν καταρχήν τα μέλη της και θα εμπλέκεται έμπρακτα σ’ αυτούς. Μίας διαδικασίας που θα συμβάλλει με κάθε τρόπο στην ανασύσταση των κοινοτήτων αγώνα σε χώρους εργασίας, σε σχολές, σε γειτονιές κι όπου αλλού κινούνται τα μέλη της, που θα τολμάει να παρεμβαίνει στα κρίσιμα κινηματικά γεγονότα  για να ενισχύσει τη κατεύθυνση που προωθεί τα συμφέροντα των εκμεταλλευόμενων και του κινήματος. Μιας διαδικασίας που θα είναι απαλλαγμένη σε όσα κάνει από λογικές «αλεξίπτωτου» με σεβασμό στην αυτονομία της τάξης.

Σήμερα όπως ακριβώς και στην τάξη μας έτσι και στο κίνημα κυριαρχεί η παραίτηση, η αδιαφορία, ο κυνισμός κι η αλλοτρίωση. Πολλοί έχουν παραιτηθεί, πολλές έχουν βυθιστεί στα βαθιά της επιβίωσης, άλλοι τσαλαβουτάνε στα ρηχά του εναλλακτισμού (συνεργατικά μαγαζιά, επιχειρήσεις κλπ.) και άλλες ενώ συμμετέχουν σε διαδικασίες δεσμεύονται ελάχιστα και δύσκολα σε αυτές. Ακόμα, ενώ κάποιοι αναγνωρίζουν την σημασία των αγώνων , παραμένουν ιδεολογικά και πολιτικά αγκυλωμένοι κι αδυνατούν να ανοίξουν τα ζητήματα που αφορούν το σύνολο των καταπιεσμένων με αποτέλεσμα να επαφίενται στις δάφνες του ηρωικού παρελθόντος ή χειρότερα στη ζεστασιά της πολιτικο-ιδεολογικής συγγένειας. Υπάρχουν όμως αγωνιστές και αγωνίστριες που παρά τη φαινομενικά απόλυτη κυριαρχία των ιδεολογικο-πολιτικών ταυτοτήτων έχουν αφομοιώσει την εμπειρία των προηγούμενων αγώνων και είναι έτοιμοι να δημιουργήσουν και να συμμετάσχουν στα μέτωπα του κοινωνικού ανταγωνισμού που θα ανοίξουν. 

Οι Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία (ΚΤΑ) συγκροτήθηκαν κυρίως γύρω από το τι δεν θέλουν να είναι. Δεν θέλουν να είναι άλλη μια συλλογικότητα λόγου με ιδεολογικές πολιτικές θέσεις πάνω σε κοινωνικά ζητήματα τις οποίες θα παραθέτουν απ’ τη θέση ενός εξειδικευμένου πολιτικού σώματος ξεκομμένου απ’ την πραγματικότητα γύρω του. Δεν θέλουν να ετεροκαθορίζονται από αγώνες γύρω από επιμέρους ζητήματα τα οποία επανέρχονται συνέχεια εκτός  ιστορικού πλαισίου, αυθαίρετα, μέσω των κινήσεων του κράτους και του κεφαλαίου εναντίον μας (πχ κύκλος καταστολής – αντίδρασης, αντιχρυσαυγιτισμός και μιλιταριστική συγκρότηση). Δεν θέλουν να προσδιορίζονται γύρω απ’ την αλληλεγγύη ως μια απομονωμένη κι αφηρημένη μεθοδολογία η οποία τα τελευταία χρόνια έχει διασταυρωθεί και με το μονοπάτι της φιλανθρωπίας. Δεν θέλουν να διαμεσολαβούν κοινωνικούς αγώνες μορφοποιώντας τους με τρόπους κατάλληλους ώστε να χωρούν στους δικούς της θεσμικούς συμβιβασμούς διαφυλάττοντας έτσι τους όρους ύπαρξης της όπως κάνουν παραδοσιακά τα κόμματα της αριστεράς και τα γραφειοκρατικά συνδικάτα.

Οι ΚΤΑ θέλουν να αποτελέσουν μια διεπαφή ανάμεσα στους αγώνες που ξεπηδούν εδώ κι εκεί από μικρές ή μεγάλες συλλογικές αρνήσεις απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Θέλουν να επηρεάσουν και να επηρεαστούν απ’ τις υποκειμενικές εμπειρίες αγώνων που σηκώνονται σε όλο το φάσμα της τάξης των εκμεταλλευόμενων, συμβάλλοντας και συμμετέχοντας σε αυτούς με σεβασμό στην αυτονομία τους. Ένα πλάνο που θα ξεκινήσει πρώτα από τα ίδια τα μέλη της μέσω της επικοινωνίας των εμπειριών της καθημερινότητας και των προβλημάτων που ο καθένας κι η καθεμιά από εμάς αντιμετωπίζει στους χώρους εργασίας και συνολικότερα στους χώρους αναπαραγωγής.

Στο κάλεσμα αυτό ανταποκριθήκαμε σύντροφοι και συντρόφισσες από ένα ευρύ φάσμα του κοινωνικού ανταγωνισμού που είχαμε συναντηθεί στο δρόμο, στις γειτονιές, στις σχολές και στους χώρους εργασίας χωρίς να έχουμε απαραίτητα κάποια κοινή πολιτική αφετηρία, πέρα από την πάλη απέναντι στη μισθωτή σκλαβιά, τις καθημερινές καταπιέσεις και την αναγνώριση του κοινωνικού ανταγωνισμού ως στοιχείου αλλαγής της ροής της ιστορίας.

Θεωρούμε πως στη παρούσα συγκυρία μας αναλογεί η δημιουργία μίας διαδικασίας που θα πράττει όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Δε θέλουμε μία διαδικασία αυστηρά θεωρητική που θα αρκείται στις «αναλύσεις» ξεκομμένα από το κίνημα αλλά ούτε και μία διαδικασία που θα εξυμνεί τον στείρο ακτιβισμό, τη λογική του «πραγματάκια να γίνονται», που θα ακουμπάει επιφανειακά την επικαιρότητα και θα αναπαράγει τη λογική του ρομπέν των δασών, ενισχύοντας την ανάθεση και την παθητικότητα των εκμεταλλευόμενων. Θέλουμε μια διαδικασία ικανή να ερμηνεύσει τις εμπειρίες του προηγούμενου κύκλου αγώνα προκειμένου να αποκτήσει τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία για την ερμηνεία της πραγματικότητας του σήμερα. Μια διαδικασία ικανή να αξιολογεί τις κινηματικές μεθοδολογίες του παρελθόντος και να εφευρίσκει νέες όντας σε μια διαλεκτική σχέση με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο ταξικό ανταγωνισμό.